Σάββατο 13 Ιουνίου 2020

Ανίκητη γυναίκα

Πρώτα μετακόμισα τα βιβλία.
Ήταν προφανής επιλογή.
Είχα έναν άδειο σπίτι που είχε τους χώρους που ήθελα,
που έβαψα τους τοίχους όπως ήθελα,
αλλά δε μου μιλούσε.
Και δεν ήταν επειδή δεν είχε έπιπλα, ήταν επειδή δεν είχε λέξεις.
Κι αυτό διορθώνεται μόνο με τα βιβλία.

Ύστερα ήρθαν και τα έπιπλα κι εγώ μάζεψα τα τελευταία πράγματα για να μετακομίσω.
Υπήρχαν 3 βαλίτσες με ρούχα και πετσέτες και σεντόνια.
Υπήρχαν 2 κουτιά με κουζινικά.
Υπήρχε μία τσάντα με αφίσες και διακοσμητικά.
Εκεί μέσα ήταν η αφίσα από τις γιορτές τις Σεβίλλης - δώρο από τις Μαρίες-
ο κάκτος που μου πήρε η Αθηνά στα γενέθλιά μου
κάτι καρτ ποστάλ σε κίτρινες αποχρώσεις που είχα πάρει από τον Θερμαϊκό
και που χρόνια τώρα έχουν βρει τη θέση τους πάνω ακριβώς από το κομοδίνο μου.
Τώρα η θέση τους είναι πάλι πάνω από το κομοδίνο μου
σ' έναν τοίχο όμως πιο πράσινο που τους πάει περισσότερο.

Τέλος υπήρχε μια τοσοδούλικη τσάντα πλάτης,
αυτή που αποκαλώ "τσάντα της συναυλίας".
Όταν πηγαίνω σε συναυλίες παίρνω πάντα αυτή τη μινιατούρα σακιδίου.
Τη φοράω ανάποδα, δηλαδή στο στήθος αντί στην πλάτη.
Έτσι μπορώ να τη βλέπω για να είναι ασφαλή τα υπάρχοντά μου
όμως άλλο είναι το μαγικό.
Μπορώ ανάμεσα στα λουριά της και το στήθος μου να σφηνώνω τη μπύρα μου
και να στρίβω τσιγάρο χωρίς να ζητάω από κανέναν να μου κρατάει το ποτήρι.
Μέσα σ' αυτή τη μαγική τσάντα λοιπόν, έβαλα τα αναμνηστικά.

Έβαλα έναν άδειο καπνό πίπας που μου χάρισε ο Δημήτρης πριν δέκα χρόνια.
Έβαλα την πρωτοχρονιάτικη κάρτα της μαμάς από το 2000.
Έβαλα τον χάρτη που μου χάρισε ο μπαμπάς το 1998 και έγραψε πάνω
"για να μη χάνεις τον δρόμο σου".
Έβαλα το καρδιογράφημα από τα επείγοντα από τον Ιανουάριο του 2016
για να μην ξεχάσω ποτέ πως το άγχος είναι ασθένεια.
Έβαλα τις εξετάσεις που έκανα μετά
και που η παθολόγος με ενημέρωσε με το πλατύτερο χαμόγελο
"είναι εξαιρετικές"
και που εγώ προσπαθούσα να προσποιηθώ χαρά ενώ αναρωτιόμουν
"τότε τι φταίει;".

Πίστευα πως στο συρτάρι με τα αναμνηστικά θα έβρισκα κι ένα γράμμα της Ελένης.
Ήμουν σίγουρη πως το είχα κρατήσει, σίγουρα το είχα δει κάπου πρόσφατα.
Δεν το βρήκα όμως και έκλαιγα που δεν το βρήκα.
Ευτυχώς έχω το βιβλίο της και το άρωμά της.
Τα πήρα την τελευταία φορά που πήγα σπίτι της.
Είπα ψέματα πως θα επιστρέψω το βιβλίο - νομίζω πως το ήξερε πως λέω ψέματα.
Το άδειο άρωμα της το ζήτησα και ένιωσα άσχημα που το ζητάω
γιατί το ήξερε πως πεθαίνει και ήξερε πως το ζητάω για να τη θυμάμαι.

Τουλάχιστον τα αναμνηστικά μου εξυπηρετούν τον σκοπό τους.
Ενισχύουν τη μνήμη.
Αυτή την ανίκητη γυναίκα.

Τελευταία νιώθω κι εγώ τέτοια, ξέρεις.
Ανίκητη γυναίκα.



Δευτέρα 8 Ιουνίου 2020

the richest man in Babylon

Κατέβηκα από τον έβδομο όροφο με το ασανσέρ.
Ήταν πολύ αργά το βράδυ μίας Τρίτης.
Ποτέ δε θέλησα να κοιμηθώ μαζί του.
Θέλησα να κάνω άλλα πράγματα μαζί του-
ποτέ όμως να ξαπλώσω δίπλα του.

Έφυγα πάλι πολύ βιαστικά - ίσως περισσότερο απ' όσο περίμενε.
Ένιωσα πως αυτό μου έδωσε μια δόση εξουσίας.
Δεν επιζητώ γενικά την εξουσία - ειδικά όμως την επιζητούσα.

Πριν από αυτό το βράδυ αναρωτιόμουν αν θα μπορούσα να νιώθω για κείνον κάτι βαθύτερο.
Κάτι σαν αυτό για το οποίο παραπονιέται η κοπέλα στον Φάμελο στο "γκομενάκι μου".
Δεν είχα απάντηση μέχρι εκείνη την Τρίτη.

Το βράδυ εκείνο εκείνης της Τρίτης, περπάτησα προς την Εγνατία
πέρασα κάτω από ένα κλειστό μαγαζί.
Ένα μαγαζί που, όταν ήταν ακόμα ανοιχτό, είχα πάει μία μόνο φορά.
Tο ερωτευμένο αγόρι της παρέας μας παρακάλεσε να πιούμε εκεί το ποτό μας
γιατί "ακούστε, παίζει Thievery" και του θύμιζαν την κοπέλα.

Και τότε κατάλαβα γιατί δεν μπορώ να τον γουστάρω.
Γιατί εμένα ποτέ δε με αφορούσε να είμαι -ή να έχω - 
The richest man in Babylon.