Το φθινόπωρο στο χωριό άρχιζε στις 22 Αυγούστου και τελείωνε στις 22 Νοεμβρίου. Έτσι είχε καταλάβει ο παππούς τις εποχές, και κανείς δεν τον αμφισβητούσε.
Ο παππούς καθόταν στην άκρη του καναπέ· διάβαζε και μιλούσε για τον Θεό. Ο Θεός τού παππού ήταν ένας καλός, συμπονετικός και δίκαιος Θεός. Σε αυτόν τον θεό κατά βάθος όλοι μας πιστεύαμε, μα δεν υπήρχε εκκλησία για να προσκυνήσουμε. Γι’ αυτό όποτε μπορούσα, φιλούσα τα μαλλιά του παππού.
Η μαμά περπατούσε ξυπόλυτη μόνο στο πατρικό της. Εκεί μόνο δε λερώνονταν τα πόδια της.
Στο χωριό το νερό ξοδευόταν αποκλειστικά από λάστιχα που έπλεναν αυλές. Κάποιοι πιο ματαιόδοξοι έπλεναν και τα αυτοκίνητά τους. Σίγουρα όμως καμία τεχνητή νοημοσύνη δεν ξεδιψούσε στο χωριό. Με όλα του τα ελαττώματα, το χωριό παρέμενε ένα μέρος για ανθρώπους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου