Σήμερα άκουσα Rammstein στο τέρμα το τελευταίο δεκάλεπτο της δουλειάς.
Νομίζω δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ακούς Rammstein.
Το συγκεκριμένο τραγούδι το είχα συνδυάσει με τον πρώτο καιρό που ήμουν μαζί με εκείνον.
Σήμερα δεν επικρατούσε η σκέψη του στο μυαλό μου,
ήταν απλώς ένα τραγούδι που μου αρέσει πολύ
και θέλω να το ακούω δυνατά.
Δε θέλω να κάνω σαν καμιά ετοιμοθάνατη γριά που αναπολεί τους έρωτές της
μα καμιά φορά τους σκέφτομαι
και πόσο πολύ τους αγάπησα
για πόσο λίγο
και στεναχωριέμαι.
Θέλω όλοι τους να είναι καλά
όσο πιο χαρούμενοι γίνεται
με κορίτσια που δε θα σταματήσουν να τους αγαπούν
και κορίτσια που δε θα σταματήσουν να αγαπούν.
Χαίρομαι που αγαπάω το παρελθόν μου.
Αγαπάω ολόκληρο το παρελθόν μου
άλλους πιο λίγο κι άλλους πιο πολύ.
Σε κάποιους ίσως να έλεγα και πάλι "ναι".
Όταν γνωρίζω κάποιον για πρώτη φορά,
δεν υπάρχει τίποτα που να μου κάνει χειρότερη εντύπωση,
απ' το να μιλάει υποτιμητικά για κάποια πρώην του.
Όσοι το κάνουν, πάντα προσδίδουν όλη την ευθύνη της αποτυχίας της σχέσης
στην κοπέλα.
Και το θέμα δεν είναι σεξιστικό, θα διαφωνούσα εξίσου με μία γυναίκα γι αυτό.
Κι ούτε εγώ αγαπώ τους πρώην μου επειδή δεν τους φέρθηκα καλά.
Ήμουν η καλύτερη γκόμενα.
Ήμουν η χειρότερη γκόμενα.
Η πιο τρυφερή.
Η πιο νευρική.
Η πιο ερωτική.
Η πιο αδιάφορη.
Κάτι πήγε στραβά.
Πάντα κάτι θα πηγαίνει στραβά.
Αυτό συνηθίζω να λέω σε όσες φίλες μου χωρίζουν και στεναχωριούνται.
Αν θες να μείνεις με κάποιον για πάντα,
θα πρέπει να χωρίσεις όλους τους προηγούμενους.
Αν μείνεις με κάποιον για πάντα, θα είναι ο μόνος που δε χώρισες.
Κι είναι στενάχωρο μα είναι κι αισιόδοξο.
* απαραίτητο αφιέρωμα στη δεκατία του 2000
Starry eyed
Clarified
Over lied
Never had a girl like you
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα big bad wolf. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα big bad wolf. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020
Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017
I want you to stay*
Μου λένε πως φαίνομαι ήρεμη κι εγώ τους πιστεύω.
Σίγουρα φαίνομαι ήρεμη.
Ώρες-ώρες είμαι κιόλας.
Όταν κάνουμε πράγματα που κάνουν οι φυσιολογικοί άνθρωποι.
Αγκαλιές και φαγητό βλέποντας ταινία και βόλτες στην παραλία
και μου κάνεις και εσπρεσσάκια το πρωί
κι εγώ ποτέ δεν έπινα εσπρεσσάκια το πρωί
και καταλαβαίνεις πως νιώθω πολύ σπέσιαλ.
Νιώθω που λες ήρεμη αυτές τις ώρες.
Αλλά μετά έρχεται ένα βράδυ που κοιμάμαι μόνη μου
και φυσικά δεν έχω πρόβλημα μ' αυτό,
τόσο καιρό μόνη μου κοιμόμουν,
δε μου λείπεις καν ακόμα.
Αλλά βλέπω όνειρα ξέρεις.
Και ξυπνάω αγχωμένη και νιώθω το παρελθόν μου να με κυνηγάει.
Καμιά φορά με κυνηγάει και στ' αλήθεια βέβαια,
καμιά φορά μία μηχανή καβαλάει το πεζοδρόμιο και μου κόβει το δρόμο
και ξέρω τον αναβάτη και τον αγαπώ
πάντα θα τον αγαπώ
αλλά εκείνος με χαϊδεύει και μου λέει πως του λείπω
κι εγώ δεν μπορώ και δε θέλω να πω "κι εμένα"
και δεν μπορώ και δεν θέλω να χαϊδέψω
και νιώθω πως διαπράττω προδοσία κι αυτό είναι άδικο
είναι άδικο και για μένα και για κείνον
και μόνο για σένα είναι δίκαιο και αρχίζω να αναρωτιέμαι
αν υπάρχει κάποιος τρόπος να είμαστε εντάξει με τους ανθρώπους
χωρίς να καταπιέζουμε τίποτα.
Καταλήγω πως δεν υπάρχει αλλά πως κάποιοι άνθρωποι αξίζουν κάτι να καταπιέσεις.
Και ελπίζω πως εγώ δεν καταπιέζομαι για χάρη σου.
Σε βρήκα όμως όταν αποφάσισα να καταπιέσω ένα κομμάτι.
Χμ ελπίζω να μην είναι μια κοινή κι αναποτελεσματική καταπίεση αυτή που έκανα,
αυτό το "σπρώχνω την σκόνη κάτω από το χαλί".
Ελπίζω να ήταν ένα πολύ καλό σκούπισμα και σφουγγάρισμα.
Δεν καταπιέζομαι για χάρη σου.
Προσπαθώ να είμαι ο αγαπημένος μου εαυτός·
πώς γίνεται να είναι κακό αυτό;
Δε γίνεται να είναι κακό.
Κι ύστερα κοιμάμαι μόνη μου, δε σε σπρώχνω στην άκρη του κρεβατιού
και δε μου παίρνεις την κουβέρτα.
Κοιμάμαι μόνη μου και ξυπνάω ιδρωμένη
γιατί το παρελθόν μου με κυνηγάει και στον ύπνο μου.
Στον ύπνο μου κάποιος μου στέλνει πακέτα με το ταχυδρομείο
—το 'χω αλήθεια παράπονο απ' αυτόν τον τύπο,
που ποτέ δεν μου 'στειλε κάτι με το ταχυδρομείο.
Στον ύπνο μου κάποιος άλλος με διεκδικεί με τον πιο πρόστυχο τρόπο
κι εγώ ενδίδω.
Όμως ξυπνάω και δεν έχω κανένα γράμμα
και δεν έχω ενδώσει στον τύπο.
Ξυπνάω.
Είμαι ξύπνια, είμαι δικιά σου κι είμαι έτοιμη.
Είμαι έτοιμη να μη φρικάρω την επόμενη φορά που θα με πεις μωράκι σου.
Σίγουρα φαίνομαι ήρεμη.
Ώρες-ώρες είμαι κιόλας.
Όταν κάνουμε πράγματα που κάνουν οι φυσιολογικοί άνθρωποι.
Αγκαλιές και φαγητό βλέποντας ταινία και βόλτες στην παραλία
και μου κάνεις και εσπρεσσάκια το πρωί
κι εγώ ποτέ δεν έπινα εσπρεσσάκια το πρωί
και καταλαβαίνεις πως νιώθω πολύ σπέσιαλ.
Νιώθω που λες ήρεμη αυτές τις ώρες.
Αλλά μετά έρχεται ένα βράδυ που κοιμάμαι μόνη μου
και φυσικά δεν έχω πρόβλημα μ' αυτό,
τόσο καιρό μόνη μου κοιμόμουν,
δε μου λείπεις καν ακόμα.
Αλλά βλέπω όνειρα ξέρεις.
Και ξυπνάω αγχωμένη και νιώθω το παρελθόν μου να με κυνηγάει.
Καμιά φορά με κυνηγάει και στ' αλήθεια βέβαια,
καμιά φορά μία μηχανή καβαλάει το πεζοδρόμιο και μου κόβει το δρόμο
και ξέρω τον αναβάτη και τον αγαπώ
πάντα θα τον αγαπώ
αλλά εκείνος με χαϊδεύει και μου λέει πως του λείπω
κι εγώ δεν μπορώ και δε θέλω να πω "κι εμένα"
και δεν μπορώ και δεν θέλω να χαϊδέψω
και νιώθω πως διαπράττω προδοσία κι αυτό είναι άδικο
είναι άδικο και για μένα και για κείνον
και μόνο για σένα είναι δίκαιο και αρχίζω να αναρωτιέμαι
αν υπάρχει κάποιος τρόπος να είμαστε εντάξει με τους ανθρώπους
χωρίς να καταπιέζουμε τίποτα.
Καταλήγω πως δεν υπάρχει αλλά πως κάποιοι άνθρωποι αξίζουν κάτι να καταπιέσεις.
Και ελπίζω πως εγώ δεν καταπιέζομαι για χάρη σου.
Σε βρήκα όμως όταν αποφάσισα να καταπιέσω ένα κομμάτι.
Χμ ελπίζω να μην είναι μια κοινή κι αναποτελεσματική καταπίεση αυτή που έκανα,
αυτό το "σπρώχνω την σκόνη κάτω από το χαλί".
Ελπίζω να ήταν ένα πολύ καλό σκούπισμα και σφουγγάρισμα.
Δεν καταπιέζομαι για χάρη σου.
Προσπαθώ να είμαι ο αγαπημένος μου εαυτός·
πώς γίνεται να είναι κακό αυτό;
Δε γίνεται να είναι κακό.
Κι ύστερα κοιμάμαι μόνη μου, δε σε σπρώχνω στην άκρη του κρεβατιού
και δε μου παίρνεις την κουβέρτα.
Κοιμάμαι μόνη μου και ξυπνάω ιδρωμένη
γιατί το παρελθόν μου με κυνηγάει και στον ύπνο μου.
Στον ύπνο μου κάποιος μου στέλνει πακέτα με το ταχυδρομείο
—το 'χω αλήθεια παράπονο απ' αυτόν τον τύπο,
που ποτέ δεν μου 'στειλε κάτι με το ταχυδρομείο.
Στον ύπνο μου κάποιος άλλος με διεκδικεί με τον πιο πρόστυχο τρόπο
κι εγώ ενδίδω.
Όμως ξυπνάω και δεν έχω κανένα γράμμα
και δεν έχω ενδώσει στον τύπο.
Ξυπνάω.
Είμαι ξύπνια, είμαι δικιά σου κι είμαι έτοιμη.
Είμαι έτοιμη να μη φρικάρω την επόμενη φορά που θα με πεις μωράκι σου.
Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016
εκεί που όλα είν' ωραία*
Χαιρόμουν που θα επέστρεφα με το τραίνο. Μία 50λεπτη πτήση δε θα μου αρκούσε για να γίνω κουκλίτσα και να παρουσιαστώ στη μάνα μου, να της πω "είμαι καλά" και να με πιστέψει. Είχα προετοιμαστεί για βαρύ ταξίδι.
Δεν ήταν τελικά. Σε σχεδόν ανάλογη φάση στα 22 μου χρειάστηκα ένα δίμηνο να κλαίω για να με πάρει ο ύπνος. Τώρα μου έφτασε —ελπίζω δηλαδή— ένα απόγευμα. Ένα πολύ κακό απόγευμα. Μάλλον μεγαλώνω υπέρ μου.
— Την κόκκινη γραμμή παίρνω,ε;
— Ναι, προς Ανθούπολη.
— Αλίμονο.
Συνάντησα φίλη στο σταθμό. Στην αρχή απογοητεύτηκα που η τύχη δε με άφησε να μείνω μόνη μου. Γρήγορα όμως κατάλαβα πως κι αυτή δεν ήταν στα καλύτερά της και έτσι κάπνισα κάποια τσιγάρα Κάμελ συζητώντας με τη Μαρίνα και περιμένοντας το τραίνο και ελπίζοντας Θέε μου μακάρι να με πάρει ο ύπνος. Βρήκα τον τέλειο τρόπο να περιγράψω αυτό που ένιωθα:
Μεθαύριο είναι Χριστούγεννα, αλλά εγώ θα ήθελα να είναι απλά Κυριακή.
Το ταξίδι ωστόσο δεν ήταν άσχημο. Άκουσα γι άλλη μια φορά Δεληβοριά ταξιδεύοντας. Δεν το έκανα τόσο επειδή ήθελα μουσική, όσο για να μην ακούω την ανακοίνωση των στάσεων μπας και καταφέρω να κλείσω τα μάτια μου. Τα μάτια μου, που χτες δεν ήταν ούτε καφέ, ούτε πράσινα, ούτε κανένας συνδυασμός τους. Χτες ήταν κόκκινα.
Ήμουν στο σπίτι στις 7 ακριβώς.
Έστρωσα.
Κοιμήθηκα.
Ξύπνησα το απόγευμα.
Σκέφτηκα για λίγο τι θέλω να κάνω τον εαυτό μου.
Δε μου πήρε πολλή ώρα να αποφασίσω πως πάντως στη μοίρα του δε θα τον αφήσω κι αν μη τι άλλο του χρωστάω βόλτα. Πήρα το βιβλίο μου, το τετράδιό μου, την κασετίνα και τα Κάμελ μου και ξεκίνησα.
Θυμήθηκα πως αυτό το έκανα τον περασμένο Μάρτιο και δε μου άρεσε αυτή η ομοιότητα. Τον περασμένο Μάρτιο δεν είχα όρεξη για τίποτα. Περπατούσα στην πόλη ανικανοποίητη, δεν ήξερα πού πάω, ήξερα μόνο πως δεν αντέχω να είμαι στο σπίτι. Περπατούσα κι ένιωθα να με κυνηγάνε και να μου λείπει ένας προορισμός. Στάθηκα στο φανάρι, τράβηξα μια τζούρα, και είπα στον εαυτό μου "Τώρα δεν είναι ο περασμένος Μάρτιος. Είναι αυτός εδώ ο Δεκέμβρης".
Συνέχισα την πολύ συγκεκριμένη διαδρομή που κάνω όταν κατεβαίνω στο κέντρο και που δεν είναι η συντομότερη. Είναι αυτή που μ' αρέσει. Περνώντας όμως από τον γνωστό καθρέφτη του παιχνιδάδικου στον οποίο πάντα τσεκάρω τα μαλλιά μου, άκουσα δυνατή μουσική να έρχεται από το στενό. Τότε θυμήθηκα! Θυμήθηκα πως τις παραμονές Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς η Θεσσαλονίκη είναι ολόκληρη μια μεγάλη γιορτή. Έστριψα για να περάσω μέσα από τη γιορτή. Ένα χέρι έσφιξε το μπράτσο μου και σχεδόν το ένιωσα να χαμογελάει. Ήταν ο φίλος μου ο Ν. που είχα καιρό να δω. Ήπια έναν καφέ, με ρώτησε τι έχω, είπα τίποτα. Κάποιοι τύποι με πνευστά και κρουστά έπαιξαν δίπλα στ' αυτιά μας το να 'ταν η χαρά οικόπεδο. Η χριστουγεννιάτικη Θεσσαλονίκη κέρδιζε έδαφος σιγά-σιγά.
Θυμήθηκα το αδιάκοπα που το άκουσα πολλές φορές στο τραίνο και τον στίχο
η Θέσσαλονίκη σου θ' ανάβει για μας
και σκέφτηκα πως εμείς δεν είμαστε
η Θεσσαλονίκη μου όμως είναι.
*Θεσσαλονίκη με φεγγάρι / όλους τους πόνους μου να πάρει
Δεν ήταν τελικά. Σε σχεδόν ανάλογη φάση στα 22 μου χρειάστηκα ένα δίμηνο να κλαίω για να με πάρει ο ύπνος. Τώρα μου έφτασε —ελπίζω δηλαδή— ένα απόγευμα. Ένα πολύ κακό απόγευμα. Μάλλον μεγαλώνω υπέρ μου.
— Την κόκκινη γραμμή παίρνω,ε;
— Ναι, προς Ανθούπολη.
— Αλίμονο.
Συνάντησα φίλη στο σταθμό. Στην αρχή απογοητεύτηκα που η τύχη δε με άφησε να μείνω μόνη μου. Γρήγορα όμως κατάλαβα πως κι αυτή δεν ήταν στα καλύτερά της και έτσι κάπνισα κάποια τσιγάρα Κάμελ συζητώντας με τη Μαρίνα και περιμένοντας το τραίνο και ελπίζοντας Θέε μου μακάρι να με πάρει ο ύπνος. Βρήκα τον τέλειο τρόπο να περιγράψω αυτό που ένιωθα:
Μεθαύριο είναι Χριστούγεννα, αλλά εγώ θα ήθελα να είναι απλά Κυριακή.
Το ταξίδι ωστόσο δεν ήταν άσχημο. Άκουσα γι άλλη μια φορά Δεληβοριά ταξιδεύοντας. Δεν το έκανα τόσο επειδή ήθελα μουσική, όσο για να μην ακούω την ανακοίνωση των στάσεων μπας και καταφέρω να κλείσω τα μάτια μου. Τα μάτια μου, που χτες δεν ήταν ούτε καφέ, ούτε πράσινα, ούτε κανένας συνδυασμός τους. Χτες ήταν κόκκινα.
Ήμουν στο σπίτι στις 7 ακριβώς.
Έστρωσα.
Κοιμήθηκα.
Ξύπνησα το απόγευμα.
Σκέφτηκα για λίγο τι θέλω να κάνω τον εαυτό μου.
Δε μου πήρε πολλή ώρα να αποφασίσω πως πάντως στη μοίρα του δε θα τον αφήσω κι αν μη τι άλλο του χρωστάω βόλτα. Πήρα το βιβλίο μου, το τετράδιό μου, την κασετίνα και τα Κάμελ μου και ξεκίνησα.
Θυμήθηκα πως αυτό το έκανα τον περασμένο Μάρτιο και δε μου άρεσε αυτή η ομοιότητα. Τον περασμένο Μάρτιο δεν είχα όρεξη για τίποτα. Περπατούσα στην πόλη ανικανοποίητη, δεν ήξερα πού πάω, ήξερα μόνο πως δεν αντέχω να είμαι στο σπίτι. Περπατούσα κι ένιωθα να με κυνηγάνε και να μου λείπει ένας προορισμός. Στάθηκα στο φανάρι, τράβηξα μια τζούρα, και είπα στον εαυτό μου "Τώρα δεν είναι ο περασμένος Μάρτιος. Είναι αυτός εδώ ο Δεκέμβρης".
Συνέχισα την πολύ συγκεκριμένη διαδρομή που κάνω όταν κατεβαίνω στο κέντρο και που δεν είναι η συντομότερη. Είναι αυτή που μ' αρέσει. Περνώντας όμως από τον γνωστό καθρέφτη του παιχνιδάδικου στον οποίο πάντα τσεκάρω τα μαλλιά μου, άκουσα δυνατή μουσική να έρχεται από το στενό. Τότε θυμήθηκα! Θυμήθηκα πως τις παραμονές Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς η Θεσσαλονίκη είναι ολόκληρη μια μεγάλη γιορτή. Έστριψα για να περάσω μέσα από τη γιορτή. Ένα χέρι έσφιξε το μπράτσο μου και σχεδόν το ένιωσα να χαμογελάει. Ήταν ο φίλος μου ο Ν. που είχα καιρό να δω. Ήπια έναν καφέ, με ρώτησε τι έχω, είπα τίποτα. Κάποιοι τύποι με πνευστά και κρουστά έπαιξαν δίπλα στ' αυτιά μας το να 'ταν η χαρά οικόπεδο. Η χριστουγεννιάτικη Θεσσαλονίκη κέρδιζε έδαφος σιγά-σιγά.
Θυμήθηκα το αδιάκοπα που το άκουσα πολλές φορές στο τραίνο και τον στίχο
η Θέσσαλονίκη σου θ' ανάβει για μας
και σκέφτηκα πως εμείς δεν είμαστε
η Θεσσαλονίκη μου όμως είναι.
*Θεσσαλονίκη με φεγγάρι / όλους τους πόνους μου να πάρει
Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2016
Unwillingly mine
Περπατούσα στην Αγίου Δημητρίου και σκεφτόμουν πως ένας ακόμα λόγος που μου αρέσει τόσο το φθινόπωρο, είναι πως έχει τον ιδανικό καιρό για να φοράμε τα δερμάτινά μας. Είναι η εποχή του δερμάτινου μπουφάν. Κι αυτό δεν είναι ασήμαντο. Είναι σημαντικό.
Θυμάμαι που με ρώτησες γιατί το φθινόπωρο είναι η αγαπημένη μου εποχή και δε σκέφτηκα τίποτα πιο έξυπνο και τίποτα πιο λυρικό να πω, πέρα από "έχει δροσιά". Είναι σημαντική και η δροσιά, δε λέω. Αλλά είναι και τόσα άλλα.
Είναι η πιο τρομακτική εποχή για να γυρίζεις αργά σπίτι το βράδυ. Το θυμήθηκα χτες αυτό, γιατί κατηφόριζα το στενάκι που οδηγεί στο σπίτι —αυτό το έρημο κι έτσι κι αλλιώς τρομακτικό στενάκι— και το μόνο που ακουγόταν ήταν τα βήματά μου —πράγμα που πάντα με τρομάζει, ό,τι εποχή και να έχουμε. Σκέψου τώρα το μόνο που ακούγεται να είναι τα βήματά σου και επιπλέον το πεζοδρόμιο να είναι στρωμένο με πεσμένα φύλλα. Ξαφνικά τα βήματά σου δεν κάνουν γκντουπ-γκντουπ αλλά κρατς-κρατς. Ήχος ασύγκριτα πιο εύκολα εντοπίσιμος από ένα χαμηλής συχνότητας γκντουπ-γκντουπ. Αν φοβάσαι, θέλω να πω, τότε το φθινόπωρο θα φοβάσαι περισσότερο ακόμα. Το γεγονός βέβαια πως εγώ αυτή την εποχή τη λατρεύω, μάλλον κάτι περίεργο λέει για μένα και τη σχέση μου με το φόβο. Αναπόφευκτα σκέφτομαι την εισαγωγή από τον Πεχλιβάνη. Δε βαριέσαι.
Ήθελα οπωσδήποτε να πιω ένα ακόμα ρούμι και ήθελα να το πιω σε συγκεκριμένο μαγαζί. Είχα κανα δυο φίλους στο μυαλό μου, ήξερα όμως πως κανείς τους δεν ήταν διαθέσιμος. Ένιωσα έναν βραχύβιο θυμό που δεν είχα παρέα να βγω, επικράτησε όμως μια ανακούφιση του τύπου "έλα τώρα καλή μου, αφού γουστάρεις να βγαίνεις μόνη σου, μη μας το παίζεις θιγμένη". Κι έτσι πήρα τα ποδαράκια μου και πήγα στο στέκι.
Το ήξερα πως δε θα έβρισκα σκαμπό στο μπαρ. Είναι Παρασκευή έντεκα το βράδυ, δεν περιμένουν εσένα τα σκαμπό γλυκιά μου. Δεν πειράζει. Υπάρχει ένα κομμάτι μπάρας που κοιτάει στον τοίχο —στον κόκκινο τοίχο— κι εκεί θα καθίσω. Εκεί κάθισα. Έκανα ένα τσιγάρο κι ήπια το μισό σέιλορ τζέρυ. Έκανα τράκα άλλο ένα τσιγάρο, καθώς το μπάτζετ μου ήταν "θα αγοράσεις καπνό ή θα πιεις ποτό, διάλεξε" κι εγώ είχα διαλέξει το ρούμι. Εύκολα κάνεις τράκα τσιγάρο. Τράκα ρούμι είναι άλλη φάση κι εγώ σε τέτοια φάση δεν είμαι —δεν ήμουν και ποτέ.
Το μαγαζί έπαιζε killing moon από echo and the bunnymen και το θεώρησα τρομερά καλό σημάδι καθώς αγαπώ αυτό το τραγούδι. Αγαπώ ιδιαιτέρως την ομοιοκαταληξία killing time-unwillingly mine. Δεν ξέρω τι λέει πιο πριν, αλλά αυτό το unwillingly mine μου κάθεται στο λαιμό και στο στήθος και παντού κάθε φορά που το ακούω. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς πόσα πράγματα είναι δικά του χωρίς να τα έχει επιλέξει και πιστεύω ο καθένας θα νιώσει τον στίχο αυτό να του κάθεται στον λαιμό και στο στήθος και παντού.
Θα επέστρεφα με τα πόδια αλλά κοίταξα την ώρα και προλάβαινα λεωφορείο. Δε γαμιέται λέω; Πόσο καιρό έχω να πάρω λεωφορείο; Θα πάρω λεωφορείο. Έρχεται σε τρία λεπτά. Τζάμι.
Ανεβαίνω και βρίσκομαι ανάμεσα σε δύο φίλους που συζητάνε τι θα κάνουνε μετά κι αν θα πιούνε κρασί κι είμαι αναγκασμένη να ακούω τα σχέδιά τους, χωρίς καθόλου να το θέλω. Προτείνω στον έναν ν' αλλάξουμε θέση. Νομίζω του φάνηκα ευγενική κι αλτρουίστρια ενώ στην πραγματικότητα ήμουν εγωίστρια και νευριασμένη. Δε βαριέσαι. Έτσι βρέθηκα δίπλα σε ένα ωραίο αγόρι το οποίο δεν είχα παρατηρήσει πριν και που όταν πάτησα το κουμπί της στάσης έκανε πίσω για να πλησιάσω στην πόρτα. Με την κίνηση αυτή βρέθηκα μπροστά του κι ασφυκτικά κοντά του γιατί το λεωφορείο ήταν γεμάτο —ήταν το τελευταίο βλέπεις. Του είχα γυρισμένη πλάτη και τα αυτιά μου ήταν στο ύψος των χειλιών του και άκουγα την ανάσα του και δεν ξέρω αν ανάσαινε βαριά ή αν ήταν η ιδέα μου, κάτι όμως σ' αυτό το σκηνικό ήταν τρομερά ηλεκτρισμένο και απ' τη μία σκέφτηκα πόσο σέξυ μπορεί να γίνει ένα αστικό κι από την άλλη πόσο άρρωστη μπορεί να είμαι που βρίσκω ακόμα και σ' αυτό κάτι το σεξουαλικό. Δε βαριέσαι. Έφτασα.
Άνοιξα κατευθείαν τον υπολογιστή και προσπαθούσα να συγκρατήσω στη μνήμη μου όλα αυτά που ήθελα να γράψω, δύσκολο τασκ για τύπισσα που πίνει μόνη της ρούμια στηΝαυαρίνου Γούναρη. Αλλά πριν αρχίσω να γράφω έβαλα ν' ακούσω το killing moon και, αν με ρωτάς, έκανε όλη τη διαφορά.
Fate
Up against your will
Through the thick and thin
He will wait until
You give yourself to him
Θυμάμαι που με ρώτησες γιατί το φθινόπωρο είναι η αγαπημένη μου εποχή και δε σκέφτηκα τίποτα πιο έξυπνο και τίποτα πιο λυρικό να πω, πέρα από "έχει δροσιά". Είναι σημαντική και η δροσιά, δε λέω. Αλλά είναι και τόσα άλλα.
Είναι η πιο τρομακτική εποχή για να γυρίζεις αργά σπίτι το βράδυ. Το θυμήθηκα χτες αυτό, γιατί κατηφόριζα το στενάκι που οδηγεί στο σπίτι —αυτό το έρημο κι έτσι κι αλλιώς τρομακτικό στενάκι— και το μόνο που ακουγόταν ήταν τα βήματά μου —πράγμα που πάντα με τρομάζει, ό,τι εποχή και να έχουμε. Σκέψου τώρα το μόνο που ακούγεται να είναι τα βήματά σου και επιπλέον το πεζοδρόμιο να είναι στρωμένο με πεσμένα φύλλα. Ξαφνικά τα βήματά σου δεν κάνουν γκντουπ-γκντουπ αλλά κρατς-κρατς. Ήχος ασύγκριτα πιο εύκολα εντοπίσιμος από ένα χαμηλής συχνότητας γκντουπ-γκντουπ. Αν φοβάσαι, θέλω να πω, τότε το φθινόπωρο θα φοβάσαι περισσότερο ακόμα. Το γεγονός βέβαια πως εγώ αυτή την εποχή τη λατρεύω, μάλλον κάτι περίεργο λέει για μένα και τη σχέση μου με το φόβο. Αναπόφευκτα σκέφτομαι την εισαγωγή από τον Πεχλιβάνη. Δε βαριέσαι.
Ήθελα οπωσδήποτε να πιω ένα ακόμα ρούμι και ήθελα να το πιω σε συγκεκριμένο μαγαζί. Είχα κανα δυο φίλους στο μυαλό μου, ήξερα όμως πως κανείς τους δεν ήταν διαθέσιμος. Ένιωσα έναν βραχύβιο θυμό που δεν είχα παρέα να βγω, επικράτησε όμως μια ανακούφιση του τύπου "έλα τώρα καλή μου, αφού γουστάρεις να βγαίνεις μόνη σου, μη μας το παίζεις θιγμένη". Κι έτσι πήρα τα ποδαράκια μου και πήγα στο στέκι.
Το ήξερα πως δε θα έβρισκα σκαμπό στο μπαρ. Είναι Παρασκευή έντεκα το βράδυ, δεν περιμένουν εσένα τα σκαμπό γλυκιά μου. Δεν πειράζει. Υπάρχει ένα κομμάτι μπάρας που κοιτάει στον τοίχο —στον κόκκινο τοίχο— κι εκεί θα καθίσω. Εκεί κάθισα. Έκανα ένα τσιγάρο κι ήπια το μισό σέιλορ τζέρυ. Έκανα τράκα άλλο ένα τσιγάρο, καθώς το μπάτζετ μου ήταν "θα αγοράσεις καπνό ή θα πιεις ποτό, διάλεξε" κι εγώ είχα διαλέξει το ρούμι. Εύκολα κάνεις τράκα τσιγάρο. Τράκα ρούμι είναι άλλη φάση κι εγώ σε τέτοια φάση δεν είμαι —δεν ήμουν και ποτέ.
Το μαγαζί έπαιζε killing moon από echo and the bunnymen και το θεώρησα τρομερά καλό σημάδι καθώς αγαπώ αυτό το τραγούδι. Αγαπώ ιδιαιτέρως την ομοιοκαταληξία killing time-unwillingly mine. Δεν ξέρω τι λέει πιο πριν, αλλά αυτό το unwillingly mine μου κάθεται στο λαιμό και στο στήθος και παντού κάθε φορά που το ακούω. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς πόσα πράγματα είναι δικά του χωρίς να τα έχει επιλέξει και πιστεύω ο καθένας θα νιώσει τον στίχο αυτό να του κάθεται στον λαιμό και στο στήθος και παντού.
Θα επέστρεφα με τα πόδια αλλά κοίταξα την ώρα και προλάβαινα λεωφορείο. Δε γαμιέται λέω; Πόσο καιρό έχω να πάρω λεωφορείο; Θα πάρω λεωφορείο. Έρχεται σε τρία λεπτά. Τζάμι.
Ανεβαίνω και βρίσκομαι ανάμεσα σε δύο φίλους που συζητάνε τι θα κάνουνε μετά κι αν θα πιούνε κρασί κι είμαι αναγκασμένη να ακούω τα σχέδιά τους, χωρίς καθόλου να το θέλω. Προτείνω στον έναν ν' αλλάξουμε θέση. Νομίζω του φάνηκα ευγενική κι αλτρουίστρια ενώ στην πραγματικότητα ήμουν εγωίστρια και νευριασμένη. Δε βαριέσαι. Έτσι βρέθηκα δίπλα σε ένα ωραίο αγόρι το οποίο δεν είχα παρατηρήσει πριν και που όταν πάτησα το κουμπί της στάσης έκανε πίσω για να πλησιάσω στην πόρτα. Με την κίνηση αυτή βρέθηκα μπροστά του κι ασφυκτικά κοντά του γιατί το λεωφορείο ήταν γεμάτο —ήταν το τελευταίο βλέπεις. Του είχα γυρισμένη πλάτη και τα αυτιά μου ήταν στο ύψος των χειλιών του και άκουγα την ανάσα του και δεν ξέρω αν ανάσαινε βαριά ή αν ήταν η ιδέα μου, κάτι όμως σ' αυτό το σκηνικό ήταν τρομερά ηλεκτρισμένο και απ' τη μία σκέφτηκα πόσο σέξυ μπορεί να γίνει ένα αστικό κι από την άλλη πόσο άρρωστη μπορεί να είμαι που βρίσκω ακόμα και σ' αυτό κάτι το σεξουαλικό. Δε βαριέσαι. Έφτασα.
Άνοιξα κατευθείαν τον υπολογιστή και προσπαθούσα να συγκρατήσω στη μνήμη μου όλα αυτά που ήθελα να γράψω, δύσκολο τασκ για τύπισσα που πίνει μόνη της ρούμια στη
Fate
Up against your will
Through the thick and thin
He will wait until
You give yourself to him
Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2016
μέσα σε παλιές φωτογραφίες
Μ' αρέσει η μανία σου να τραβάς φωτογραφίες.
Στην αρχή το έβρισκα κάπως χαζό να βγάζεις τη φωτογραφική μηχανή στα καλά καθούμενα
και να μου λες να γελάσω.
Αλλά χτες μου έστειλες μία από αυτές.
Καθόμουν σε ένα σκαμπό, είχα απλώσει τα πόδια σταυροπόδι σε ένα άλλο σκαμπό,
ακουμπούσα την πλάτη στον τοίχο.
Φορούσα το αγαπημένο μου κρεμαστό και κρατούσα ένα τσιγάρο κάμελ.
Και γελούσα πολύ.
Είχαμε πάει σε ένα λάιβ που δεν ακούσαμε ποτέ.
Φύγαμε πριν καν αρχίσει.
Άρχισε να μαζεύεται κόσμος κι άρχισε να με ενοχλεί αυτό και να με πνίγει.
Ύστερα άρχισα να δακρύζω.
Είπες να φύγουμε, δε σε πείραζε.
Ύστερα άρχισα να κλαίω με λυγμούς και να μη σταματάω,
όπως συχνά πάθαινα εκείνη την περίοδο.
Όμως μ' αυτή τη μανία σου να τραβάς φωτογραφίες,
κατάφερες να έχω από εκείνη τη μέρα μια γελαστή εικόνα μου.
Μα πώς το κατάφερες αυτό;
Σ' ευχαριστώ γι αυτό.
Στην αρχή το έβρισκα κάπως χαζό να βγάζεις τη φωτογραφική μηχανή στα καλά καθούμενα
και να μου λες να γελάσω.
Αλλά χτες μου έστειλες μία από αυτές.
Καθόμουν σε ένα σκαμπό, είχα απλώσει τα πόδια σταυροπόδι σε ένα άλλο σκαμπό,
ακουμπούσα την πλάτη στον τοίχο.
Φορούσα το αγαπημένο μου κρεμαστό και κρατούσα ένα τσιγάρο κάμελ.
Και γελούσα πολύ.
Είχαμε πάει σε ένα λάιβ που δεν ακούσαμε ποτέ.
Φύγαμε πριν καν αρχίσει.
Άρχισε να μαζεύεται κόσμος κι άρχισε να με ενοχλεί αυτό και να με πνίγει.
Ύστερα άρχισα να δακρύζω.
Είπες να φύγουμε, δε σε πείραζε.
Ύστερα άρχισα να κλαίω με λυγμούς και να μη σταματάω,
όπως συχνά πάθαινα εκείνη την περίοδο.
Όμως μ' αυτή τη μανία σου να τραβάς φωτογραφίες,
κατάφερες να έχω από εκείνη τη μέρα μια γελαστή εικόνα μου.
Μα πώς το κατάφερες αυτό;
Σ' ευχαριστώ γι αυτό.
Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015
Βικτώρια
1/11/15, 18:50, Κυριακή
Ακούω αυτό το τραγούδι για τη λεωφόρο και τη Βικτώρια - μου διαφεύγουν τα ρήματα.
Εντάξει ψέματα, προφανώς και θυμάμαι τι κάνει ο Βασίλης στη λεωφόρο και στη Βικτώρια.
Αλλά εγώ δεν κάνω αυτό.
Εγώ περπάτησα τη λεωφόρο προς τη Βικτώρια και ο Βασίλης μόλις μου τραγούδησε στο αυτί πως την ψάχνει από τα 19, σε μια δεύτερη ακρόαση όμως κατάλαβα πως μιλάει για την ταυτότητά του κι όχι για κάποιο κορίτσι. Μ' έκανε όμως να σκεφτώ την αφίσα πάνω απ' το κρεβάτι όπου κοιμόμουν τα δύο τελευταία βράδια, που έγραφε πάνω "L'amour à 20 ans" και σε μια προσπάθεια κάπως να ταυτιστώ με τον Βασίλη σκέφτηκα πως κάνει μια ψύχρα απόψε που με αρρωσταίνει.
Πού είχα μείνει;
Περπατούσα, που λες, στη λεωφόρο κι έκανε μια ψύχρα, μα δε μ' αρρώστησε αυτό,
άλλα μ' αρρώστησαν.
Φορούσα τα κομμένα μου γάντια και κάπνιζα ένα Camel κι έσερνα μια βαλίτσα και για μια στιγμή χάρηκα γιατί παρατήρησα πως περπατάω με το κεφάλι ψηλά, όπως πάντα, περπατάω με σιγουριά κι όχι με ηττοπάθεια και χάρηκα γιατί συνειδητοποίησα πως είμαι ακόμα εγώ.
Χάρηκα γιατί θυμήθηκα τα λόγια κάποιου αγαπημένου που μου είπε να προχωράω αλλά να μη χάνω κομμάτια μου στον δρόμο, να προχωράω ολόκληρη.
Μπορεί να μην περπατούσα μ' αυτό το χαρακτηριστικό μου χαμόγελο και μπορεί η λάμψη στα μάτια μου να μην ήταν η καλή λάμψη -γι αυτό κιόλας ας μην την πούμε λάμψη, ας την πούμε γυαλάδα- περπατούσα όμως ολόκληρη.
Χωρίς να θαλασσοπνίγομαι.
Κολύμπι ξέρουμε, κανείς δε θα μας πνίξει.
ΥΓ το "δε θέλω" δεν μπορεί να το ακολουθήσει κανένα "γιατί;". Το "δε θέλω" είναι η απάντηση στην ερώτηση. Δε χωράει ούτε αμφισβήτηση ούτε επεξήγηση. Γι αυτό βοηθάει να το ακούς, γι αυτό βοηθάει να το λες, γι αυτό να μην το στερείτε από κανέναν, δεν του κάνετε χάρη, κακό του κάνετε.
Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015
Lucky
Γενικά έχω δει και καλύτερες μέρες, κι εγώ κι οι φίλοι μου κι όλος ο κόσμος
- ή έτσι μου φαίνεται.
Δεν μπορώ να πω πως πηγαίνουν όλα καλά, ούτε βέβαια όλα χάλια.
Αλλά είναι μια, αν όχι κακή, τότε μη-καλή περίοδος.
Και παρόλα αυτά, με θυμάμαι να περπατάω το μεσημέρι, να σκέφτομαι κάτι και να χαμογελάω όσο πιο πλατιά μπορεί να χαμογελάσει κανείς πριν το χαμόγελο γίνει γέλιο.
Ύστερα σήκωσα το βλέμμα μου και κοίταξα στα μάτια την κοπέλα που περνούσε δίπλα μου, φυσικά χαμογελώντας ακόμα, και η κοπέλα μου χαμογέλασε κι αυτή.
Και σκέφτομαι πως δεν πειράζει, τίποτα δεν πειράζει όσο έχεις να θυμάσαι στιγμές που σε κάνουν να χαμογελάς διάπλατα σε αγνώστους.
Ακόμα κι όταν τα περισσότερα πράγματα πηγαίνουν κατά διαόλου, ακόμα και τότε νιώθω τρομερά τυχερή για τους ανθρώπους μου -αυτούς που τους σκέφτομαι και χαμογελάω.
Να το λέτε όταν νιώθετε τυχεροί για κάποιον.
Μην το υπονοείτε, πείτε το.
Πείτε "νιώθω τυχερός που σε ξέρω".
Όσα στραβά και να συμβούν, πάλι τυχερή θα νιώθω.
Για τους ανθρώπους μου.
- ή έτσι μου φαίνεται.
Δεν μπορώ να πω πως πηγαίνουν όλα καλά, ούτε βέβαια όλα χάλια.
Αλλά είναι μια, αν όχι κακή, τότε μη-καλή περίοδος.
Και παρόλα αυτά, με θυμάμαι να περπατάω το μεσημέρι, να σκέφτομαι κάτι και να χαμογελάω όσο πιο πλατιά μπορεί να χαμογελάσει κανείς πριν το χαμόγελο γίνει γέλιο.
Ύστερα σήκωσα το βλέμμα μου και κοίταξα στα μάτια την κοπέλα που περνούσε δίπλα μου, φυσικά χαμογελώντας ακόμα, και η κοπέλα μου χαμογέλασε κι αυτή.
Και σκέφτομαι πως δεν πειράζει, τίποτα δεν πειράζει όσο έχεις να θυμάσαι στιγμές που σε κάνουν να χαμογελάς διάπλατα σε αγνώστους.
Ακόμα κι όταν τα περισσότερα πράγματα πηγαίνουν κατά διαόλου, ακόμα και τότε νιώθω τρομερά τυχερή για τους ανθρώπους μου -αυτούς που τους σκέφτομαι και χαμογελάω.
Να το λέτε όταν νιώθετε τυχεροί για κάποιον.
Μην το υπονοείτε, πείτε το.
Πείτε "νιώθω τυχερός που σε ξέρω".
Όσα στραβά και να συμβούν, πάλι τυχερή θα νιώθω.
Για τους ανθρώπους μου.
Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014
white christmas *
Άκουσα το ξυπνητήρι. Προσποιήθηκα φωνή όχι αγουροξυπνημένη,όχι χανγκοβεριασμένη κι όχι βραχνιασμένη κι έκανα το τηλεφώνημα που έπρεπε. Ξανακοιμήθηκα.
Ξύπνησα όταν ήμουν έτοιμη να ξυπνήσω,βραχνιασμένη παρόλα αυτά. Τα κάμελ.
Ντύθηκα πολύ πολύ ζεστά και βγήκα να κάνω τις δουλειές μου.
Έστριψα αριστερά στην Εγνατία για να πάρω λεωφορείο. Περπάτησα 20 μέτρα κι αποφάσισα πως λεωφορείο δε θέλω να πάρω. Θέλω να περπατήσω στο κρύο και να πέφτει το χιόνι πάνω μου και να χαίρομαι σαν παιδάκι.
Κι έτσι περπάτησα προς τα δεξιά στην Εγνατία,χαμογελούσα τόσο που φαινόντουσαν τα δόντια μου και κοιτούσα τους περαστικούς στα μάτια. Όλοι κρύωναν, άλλοι ήταν ενθουσιασμένοι σαν εμένα, άλλοι είχαν βλέμμα ταλαιπωρημένο και ξεπαγιασμένο. Εγώ περπάτησα και με τα δύο αυτά βλέμματα,διαφορετικές ώρες της μέρας. Για μεγάλο κομμάτι της διαδρομής μίλησα στο τηλέφωνο με τη σοφή μου φίλη κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να γελάσω μια στιγμή κοιτώντας μια κοπέλα στα μάτια,αυτό είχε πολλή πλάκα.
Χρόνια τώρα ήθελα να δοκιμάσω αυτό το pumpkin spice latte που πίνουν σ'όλες τις αμερικάνικες σειρές τα χριστούγεννα και κάπως έτσι κατάλαβα πως δεν έχει σταρμπακς ο βόλος. Δηλαδή το ήξερα,αλλά δε με πείραζε.Αλλά τα σταρμπακς είναι απ'αυτά τα πράγματα που θες να υπάρχουν στην πόλη σου όχι επειδή θα σου αλλάζουν την κάθε σου μέρα,αλλά θες να ξέρεις πως αν κάποια στιγμή τα θελήσεις,θα είναι εκεί. Όπως τα πάρκα ή οι παραλίες ή τα μαγαζιά με πανέμορφα και πανάκριβα παπούτσια.Τέλος πάντων pumpkin spice δεν είχε, είχε όμως gingerbread latte κι ήταν ό,τι πιο νόστιμο εκείνη την ώρα.
Και κατέβαινα τη Ναυαρίνου, το μέρος που ο κόσμος πάει για να ξεπαγιάσει, κι έπινα το ζεστό μου καφεδάκι και το χιόνι μου χτυπούσε τα μούτρα, και ενώ σκεφτόμουν πως το χιόνι μου χτυπάει τα μούτρα έκανα τρομερά πρόστυχους συνειρμούς,πράγμα totally expected,αλλά από ποιους ήταν expected? Σκέφτηκα λοιπόν πως κάποιοι άνθρωποι με ξέρουν πολύ καλά και κάποιοι καθόλου και πως είμαι πολύ χαρούμενη και για τα δύο.
Ύστερα κοίταξα τις πολύχρωμες,παμπάλαιες πολυκατοικίες και το χιόνι πάλι μου χτυπούσε τα μούτρα κι ήταν σαν χάδι κι είναι οξύμωρο κάτι να σε χτυπάει και να 'ναι σα χάδι κι αν δεν είναι οξύμωρο τότε είναι ό,τι καλύτερο μπορώ να φανταστώ. Κι έτσι όπως έπεφτε το χιόνι -με βία ή και χωρίς- στη Ναυαρίνου, έτσι σκέφτηκα πόση ευγνωμοσύνη νιώθω γι αυτή την πόλη, σκέφτηκα πως ναι,μπορεί να είναι στενάχωρο να φεύγεις από ένα σπίτι που έμεινες τόσα χρόνια και που είναι δικό σου μόνο και που κάθε γωνία του μυρίζει σαν εσένα και σαν όσους πέρασαν από κει, δε μυρίζει μανούλα,δε μυρίζει σουπλίν,δε μυρίζει αθωότητα, μυρίζει αλκοόλ και τσιγάρα και σεξ,και ναι, είναι στενάχωρο να το αφήνεις, αλλά το αφήνεις για τη θεσσαλονίκη.
Ο Βόλος είναι ωραίος και τον αγαπώ.
Η Θεσσαλονίκη όμως...είμαι ερωτευμένη μαζί της.
Το σπίτι θα μου λείψει πολύ.
Θα μου λείψει το τραπέζι στο παράθυρο, η βιβλιοθήκη στη γωνία, το κρεβάτι με το αυτοσχέδιο κεφαλάρι, το τρομακτικό μήνυμα πίσω απ'την πόρτα, η βρύση της κουζίνας που δεν έχει ζεστό νερό και δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να το διορθώσω, η κουρτίνα του μπάνιου που είναι διάφανη με φουξ -ΦΟΥΞ- σχέδια και αλήθεια θα μου λείψει η μυρωδιά του.
Αλλά στη Θεσσαλονίκη θα 'χω για σπίτι μια πόλη ολόκληρη.
*προφανώς έκανα πρόστυχο συνειρμό για το white christmas, αν με ξέρετε,το ξέρατε.
Ξύπνησα όταν ήμουν έτοιμη να ξυπνήσω,βραχνιασμένη παρόλα αυτά. Τα κάμελ.
Ντύθηκα πολύ πολύ ζεστά και βγήκα να κάνω τις δουλειές μου.
Έστριψα αριστερά στην Εγνατία για να πάρω λεωφορείο. Περπάτησα 20 μέτρα κι αποφάσισα πως λεωφορείο δε θέλω να πάρω. Θέλω να περπατήσω στο κρύο και να πέφτει το χιόνι πάνω μου και να χαίρομαι σαν παιδάκι.
Κι έτσι περπάτησα προς τα δεξιά στην Εγνατία,χαμογελούσα τόσο που φαινόντουσαν τα δόντια μου και κοιτούσα τους περαστικούς στα μάτια. Όλοι κρύωναν, άλλοι ήταν ενθουσιασμένοι σαν εμένα, άλλοι είχαν βλέμμα ταλαιπωρημένο και ξεπαγιασμένο. Εγώ περπάτησα και με τα δύο αυτά βλέμματα,διαφορετικές ώρες της μέρας. Για μεγάλο κομμάτι της διαδρομής μίλησα στο τηλέφωνο με τη σοφή μου φίλη κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να γελάσω μια στιγμή κοιτώντας μια κοπέλα στα μάτια,αυτό είχε πολλή πλάκα.
Χρόνια τώρα ήθελα να δοκιμάσω αυτό το pumpkin spice latte που πίνουν σ'όλες τις αμερικάνικες σειρές τα χριστούγεννα και κάπως έτσι κατάλαβα πως δεν έχει σταρμπακς ο βόλος. Δηλαδή το ήξερα,αλλά δε με πείραζε.Αλλά τα σταρμπακς είναι απ'αυτά τα πράγματα που θες να υπάρχουν στην πόλη σου όχι επειδή θα σου αλλάζουν την κάθε σου μέρα,αλλά θες να ξέρεις πως αν κάποια στιγμή τα θελήσεις,θα είναι εκεί. Όπως τα πάρκα ή οι παραλίες ή τα μαγαζιά με πανέμορφα και πανάκριβα παπούτσια.Τέλος πάντων pumpkin spice δεν είχε, είχε όμως gingerbread latte κι ήταν ό,τι πιο νόστιμο εκείνη την ώρα.
Και κατέβαινα τη Ναυαρίνου, το μέρος που ο κόσμος πάει για να ξεπαγιάσει, κι έπινα το ζεστό μου καφεδάκι και το χιόνι μου χτυπούσε τα μούτρα, και ενώ σκεφτόμουν πως το χιόνι μου χτυπάει τα μούτρα έκανα τρομερά πρόστυχους συνειρμούς,πράγμα totally expected,αλλά από ποιους ήταν expected? Σκέφτηκα λοιπόν πως κάποιοι άνθρωποι με ξέρουν πολύ καλά και κάποιοι καθόλου και πως είμαι πολύ χαρούμενη και για τα δύο.
Ύστερα κοίταξα τις πολύχρωμες,παμπάλαιες πολυκατοικίες και το χιόνι πάλι μου χτυπούσε τα μούτρα κι ήταν σαν χάδι κι είναι οξύμωρο κάτι να σε χτυπάει και να 'ναι σα χάδι κι αν δεν είναι οξύμωρο τότε είναι ό,τι καλύτερο μπορώ να φανταστώ. Κι έτσι όπως έπεφτε το χιόνι -με βία ή και χωρίς- στη Ναυαρίνου, έτσι σκέφτηκα πόση ευγνωμοσύνη νιώθω γι αυτή την πόλη, σκέφτηκα πως ναι,μπορεί να είναι στενάχωρο να φεύγεις από ένα σπίτι που έμεινες τόσα χρόνια και που είναι δικό σου μόνο και που κάθε γωνία του μυρίζει σαν εσένα και σαν όσους πέρασαν από κει, δε μυρίζει μανούλα,δε μυρίζει σουπλίν,δε μυρίζει αθωότητα, μυρίζει αλκοόλ και τσιγάρα και σεξ,και ναι, είναι στενάχωρο να το αφήνεις, αλλά το αφήνεις για τη θεσσαλονίκη.
Ο Βόλος είναι ωραίος και τον αγαπώ.
Η Θεσσαλονίκη όμως...είμαι ερωτευμένη μαζί της.
Το σπίτι θα μου λείψει πολύ.
Θα μου λείψει το τραπέζι στο παράθυρο, η βιβλιοθήκη στη γωνία, το κρεβάτι με το αυτοσχέδιο κεφαλάρι, το τρομακτικό μήνυμα πίσω απ'την πόρτα, η βρύση της κουζίνας που δεν έχει ζεστό νερό και δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να το διορθώσω, η κουρτίνα του μπάνιου που είναι διάφανη με φουξ -ΦΟΥΞ- σχέδια και αλήθεια θα μου λείψει η μυρωδιά του.
Αλλά στη Θεσσαλονίκη θα 'χω για σπίτι μια πόλη ολόκληρη.
*προφανώς έκανα πρόστυχο συνειρμό για το white christmas, αν με ξέρετε,το ξέρατε.
Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014
δεν ξέρω αν έχω. αλήθεια.*
- εξαφανίστηκες και ανησύχησα. λέω ή κάτι έπαθε ή ερωτεύτηκε.
- μπα δεν προβλέπεται να ερωτευτώ.
- γιατί;
- γιατί για να ερωτευτείς πρέπει να δώσεις σημασία.
δεν έχω σημασία να δώσω.
*
- μπα δεν προβλέπεται να ερωτευτώ.
- γιατί;
- γιατί για να ερωτευτείς πρέπει να δώσεις σημασία.
δεν έχω σημασία να δώσω.
*
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Μαρμελάδα
Το χρώμα της μαρμελάδας μύρτιλο με εντυπωσίασε μόνο την πρώτη φορά. Υστερα ήταν πάντα χειρότερο απ' ό,τι το θυμόμουν. Κι εσείς νομίζετ...
-
Έχω βαρεθεί να ακούω συνεχώς τα ίδια πράγματα: «μην είσαι τόσο παρορμητική» «παραείσαι αυθόρμητη» «προσγειώσου» Μπλα μπλα μπλα μπλ...
-
Γυρνώντας σπίτι πέρασα από το γωνιακό καφέ. Δοκίμασα διάφορες ποικιλίες τελευταία, κι εκεί έχει την καλύτερη. Ζήτησα να τον κόψουν για μηχαν...