Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008

σου γράφω πάλι από ανάγκη..

Ξέρεις, είχες κερδίσει την τυφλή εμπιστοσύνη μου. Δε δίσταζα να σου δέιχνω τι θέλω να και να σου λέω τι σκέφτομαι – πριν να προλάβω να σκεφτώ αν θέλω να το πω. Γιατί είχες φυτέχει μέσα μου την σιγουριά πως εσύ ποτέ δε θα κάνεις κατάχρηση της εμπιστοσύνης που σου έχω. Κι έτσι είχες κερδίσει ολοκληρωτικά τον γυμνό από αμπαλάζ εαυτό μου.

Και τον έχασες.

Σκέψου πόσο πολύ το εννοώ λαμβάνοντας υπόψη πως: δε γράφω σε υπολογιστή με παιχνιδιάρικη και χρωμματιστή γραμματοσειρά και δεν ακούω καμιά λίστα που έχω φτιάξει εγώ. Γράφω σε ένα κομμάτι χαρτί με γραμμές που νιώθω πως δε μου ανήκει με ένα στυλό που δεν έχει υγρή μελάνη( τι απρόσωπο! Δε βρίσκεις?) και ακούω ραδιόφωνο. Και χρησιμοποίησα τον πιο άσχημο γραφικό μου χαρακτήρα.

Τώρα κοίταξα τον ουρανό και μου φάνηκε σαν μια οπάλινη αναποδογυρισμένη θάλασσα. Μα οπάλινη θάλασσα? Η θάλασσα σε μεταφορά με κάτι στερεό? Σκέψου πόσο μου τετραγώνισες τα αισθήματα.

Νομίζω πως είμαι στη μέση μια τεράστιας αυλής σχολείου και κρατάω μια κιμωλιία και γράφω έναν κύκλο. Και μετά κι άλλον κι ύστερα έναν ακόμα. Κι ο τελευταίος έχει ακτίνα ρ=0. Ο κύκλος περιορίζεται στο κέντρο του. Εσύ φταις.

Κι αν μείνει τ’ όνειρο μισό/ κι αν το φιλί χαθεί κι αυτό/ μη σταματάς ποτέ να λες/ πως μ’ αγαπάς χίλιες φορές..

Δε μ’αγαπάς ανόητε. Δε σου καίγεται καρφί. Κι εγώ στέκομαι μόνη μου πάνω απ τον εκφυλισμένο μου κύκλο με την τελειωμένη μου κιμωλία και παρακαλάω να μην ήταν όλοι οι προηγούμενοι κύκλοι απάτη!

Οι ψυχές και οι αγάπες/ σιαμαίες αυταπάτες...

Δεν είμαστε αυτός ο στίχος !! είμαστε το επόμενο ρεφραίν, γι αυτό πες μου σε παρακαλώ :

Αχ μωράκι σαστισμένο

μέσα στο μυαλό σου ξένο

τι να πρωτοτραγουδήσεις

και ποια πόρτα να χτυπήσεις

Τίποτα δε θυμάσαι. Δε θυμάσαι πώς κρατιόμασταν τότε? Δε θυμάσαι που ήμουν αηδιαστικά ευσυγκίνητη και με παίρναν τα ζουμιά στις μπαλάντες? Και έχωνα το μουτράκι μου στην αγκαλιά σου γι α να μη με βλέπεις που κλαίω –λες και θα ταν πρώτη φορά.


Αχ αγάπη μου αγάπη

διαμαντάκι μες στη στάχτη

και νησάκι που χει φάρο
ένα μεθυσμένο γλάρο


Σ’ αυτό το σημείο στηριζόμουν πάνω σου και μόνο, όχι στα δικά μου πόδια. Και με κρατούσες σφιχτά κι όταν τέλειωσε το τραγούδι έκανα στροφή 180 μοιρών για να κρυφτώ και για να σε μυρίζω κιόλας. Και μου κανες πατ πατ στο κεφαλάκι και το επόμενο πεντάλεπτο σου τραγουδούσα «μην καπνίζεις τόσο σ’αγαπώ και να προσέχεις».


Και τώρα κοίτα τι μου κάνεις.

Πώς γίνεται να είσαι τόσο μεγάλο κάθαρμα και να πεθαίνω για την πάρτη σου?

θέλω κι εγώ έναν ανεξάντλητο και παλαβό έρωτα..και τον θέλω μαζί σου.


Θέλω να ρθείς και να μ ανάψεις

Το παραμύθι να μου πεις..

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2008


Μ'αγαπάς όπως ο Χόλντεν- τρυφερά και προστατευτικά.
Εγώ σ'αγαπώ σαν τη Λορίν- κυκλοθυμικά και τελεσίδικα.

.+-

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

δε θέλω αλήθεια,μαγεία θέλω!*

Από χτες με έχει πιάσει μια αχαλίνωτη επιθυμία να ξαναδιαβάσω το ο άνεμος κουβάρι.Διάβαζα σήμερα ένα απ’τα πολλά γράμματα της Μαλβίνας και σκεφτόμουν πως για να καταλάβεις αυτό το βιβλίο πρέπει να είσαι φουλ ερωτευμένος. Εγώ γιατί την καταλάβαινα;

Επειδή χτες ήταν τόσο όμορφη βραδιά. Ενώ καθόμασταν πίσω και ακούγαμε ήσυχα ήσυχα τη συναυλία, ξαφνικά λες γεμάτος ενθουσιασμό «πάμε μπροστά?». Την επόμενη στιγμή τρέχαμε όλοι μαζί και σπρώχναμε κόσμο και τελικά βγήκαμε εκεί που γινόταν ο χαμός. Μου είπες «πρόσεχε να μη με χάσεις» και σε άκουσα. Πιάστηκα απ’ τη μπλούζα σου και δε σ’άφηνα. Εγώ κρατιόμουν πάνω σου κι εσύ σκουντιόσουν μ’όποιον έβρισκες μπροστά σου –πάντα με μένα γατζωμένη στο στήθος σου, σαν να είμαι ένα μικρό καγκουρώ σε μάρσιπο! Είχε σηκωθεί τόση σκόνη που δεν μπορούσαμε να πάρουμε καλά ανάσα, μα περνούσαμε τόσο καλά. Είχαμε ιδρώσει πολύ μα μου φαινόταν πως μύριζες ακόμα άρωμα.

Ξέρεις, δε χρειάζεται να κάνεις τίποτα. Είμαι χαρούμενη έτσι.

Βγήκα για λίγο απ’το σώμα μου και σκεφτόμουν πως εμείς οι δύο είμαστε κάποιοι άγνωστοι που τους παρατηρώ. Διαπίστωσα με σιγουριά πως θα’λεγα «δες πως ταιριάζουν». Μου φτάνει αυτό.

Μετά συνέχισα να διαβάσω τον άνεμο κουβάρι. Η Λωρίν ήταν στο σπίτι του και εκείνος τη ρώτησε «γλυκό μου παιδί να σου φτιάξω ένα ωραίο καφεδάκι?». Γλυκό μου παιδί. Στ’ ορκίζομαι δεν το κάνω επίτηδες, μα όταν ψάχνω πρωταγωνιστές μόνο εμείς μου ερχόμαστε στο μυαλό.

Κι ύστερα είναι και το άλλο. Όταν ο Μπουλάς τραγουδούσε δεν είναι αγάπη/ δεν είναι αγάπη αυτό που ζούμε είναι σου λέω πανικός/ ένας μικρός τιτανικός ήθελα τόσο πολύ έτσι όπως ήμουν να γείρω πίσω και να στηρίζομαι πάνω σου. Κι όταν ένα τραγούδι μας άρεζε –μας αρέσουν τα ίδια τραγούδια,ε?- και σηκώναμε ψηλά τα χέρια και κατά λάθος ενώνονταν. Μακάρι να ενώνονταν επίτηδες.

Σήμερα αγόρασα τέσσερα μετάλλινα βραχιόλια και τα φόρεσα όλα στο ίδιο χέρι. Και αναρωτήθηκα: αν μ’ έβλεπες τώρα με ένα μαύρο αέρινο φόρεμα και τα αιγυπτιακά μου βραχιόλια, θα σου άρεζα?

Έπειτα άνοιξα το ράδιο και ..

Εγώ άμα σε φιλώ/ θα είμαι πια παιδί δικό σου.

δικό σoυ!

όλη αυτή την ώρα σκεφτόμουν :

ζούμε όλοι σ'ένα λούνα πάρκ, σ'ένα λούνα παρκ του δρόμου

με ένα όνειρο στο βάθος, στο βάθος του διαδρόμου..

*ο τίτλος επίσης ατάκα της Μαλβίνας σύμφωνα με το βιβλίο

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008

σε θυμάμαι, τι να πω..

Με συγχωρείς που δε σου έχω γράψει ακόμα. Δε θέλω να νομίσεις πως ανήκω στους ανθρώπους που δεν εννοούν αυτά που λένε και που δίνουν υποσχέσεις ξέροντας την ίδια στιγμή πως θα τις αθετήσουν. Απλούστατα δεν ξέρω τι να σου γράψω. Θα το έβρισκα πολύ εύκολο αν έπρεπε να το κάνω σε ένα κομμάτι θαμπό γυαλί. Ένα κομμάτι θαμπό γυαλί δε σ’ αφήνει να φλυαρήσεις, σου βγάζει τον λακωνικό εαυτό σου, αυτόν που λέει μόνο όσα θέλει να πει.

Ένα γράμμα βλέπεις προυποθέτει ένα κομμάτι χαρτί που διπλωμένο να μπαίνει σε φάκελο. Σε εκβιάζει να γράψεις πολλά. Γι αυτό κι εγώ αν σου στελνα γράμμα, μόνο θα σκιζα άτσαλα ένα κομμάτι όσο το περιτύλιγμα από ένα σοκολατάκι ξεδιπλωμένο και θα γραφα μέσα μόνο μια ή δύο λέξεις. Ίσως κιόλας χωρίς στυλό. Με μολύβι για τα μάτια ή με κραγιόν (κι ας μη φοράω ποτέ, μόνο για να μην είναι βαρετό)

_.΄΄*΄΄._.΄΄*΄΄._

Σε αντιπαθώ επειδή μου δίνεις την εντύπωση πως δεν αγαπάς τίποτα. Και δεν κατηγορείς τους άλλους που δε σου έμαθαν να αγαπάς. Δεν μπαίνεις καν στο τριπ να κατηγορήσεις κάποιον. Γιατί δε σου λείπει. Την αποφεύγεις, τη διώχνεις, δεν τη θες στη ζωή σου. Κι είσαι ένταξει έτσι. Δε σε μπορώ.

_.΄΄*΄΄._.΄΄*΄΄._

Εγώ ήθελα να είμαι εκεί να με κρατάς και να με λες μικρή σου, να μου χαιδεύεις τα μαλλιά και να ξέρεις τι σκέφτομαι όταν κλείνω τα μάτια μου και τι θέλω όταν τα’χω ανοιχτά. Ξανακύλησα κι εσύ δεν το ξέρεις. Και πώς να ξέρεις άραγε πόσο με πληγώνουν τα λόγια σου ώρες ώρες..

Κι όμως δε με θλίβουν, με πληγώνουν μόνο. Στιγμιαία. Μάρθα ξέρεις τι? Θλίψη και γελαστή γίνεται =)

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

something in the air..


-->
Χτες το βράδυ, μέσα σε ένα ρέγκε καραβάκι την ώρα που αυτό βρισκόταν στην άκρη της επιτρεπόμενης βόλτας του, το φεγγάρι βρισκόταν ένα κλικ πριν να δύσει. Κι είχε κάτσει πάνω ακριβώς από ένα άλλο καραβάκι κι ήταν σαν προβολέας που το φώτιζε.


Εκείνη ακριβώς τη στιγμή διάλεξα για να σκεφτώ τις πιθανότητες που έχουμε να βγουν τα σχέδιά μας. Σκεφτόμουν πως όσες ώρες κι αν έχουμε ξοδέψει σχεδιάζοντας μια κατάσταση ή ένα ταξίδι, μια συζήτηση ή μια συνάντηση, ακόμα κι αν έχουμε σκεφτεί όλα τα κατά τη γνώμη μας πιθανά σενάρια, ε, ακόμα και τότε υπάρχει κάτι που θα γίνει μετά που ούτε είχε περάσει απ το μυαλό μας.



Αλλά είναι ωραίες οι εκπλήξεις, κι αυτές τις απρόσμενες αλλαγές στο πρόγραμμα που είχαμε φτιάξει, έτσι πρέπει να τις δεχόμαστε, σαν εκπλήξεις. Και να γελάμε και να λέμε «κοίτα να δεις τώρα, είναι δυνατόν?!?!». Να δέχεσαι τις εκπλήξεις είναι να φτιάχνεις αυτό το πρόγραμμα με σκοπό να μην το τηρήσεις.



Θυμήθηκα μια αγγλική παροιμία που άκουσα χτες βράδυ καταμεσίς του θερμαικού:
If you always do what you always did you will always have what you’ve always got!
Ε τώρα αυτό αλήθεια δεν είναι? Δλδ σταμάτα ρε άνθρωπε να αντιδράς πάντα με τον ίδιο τρόπο, γιατί ακόμα κι όσα σου φαίνονται ολόιδια, δεν είναι!!

Μετά γύρισα σπίτι κι είδα στον ύπνο μου πως ξανασυνάντησα εκείνο τον άγνωστο..εκείνο τον άγνωστο που είδα τυχαία 2 φορές μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες. «Αν εύχομαι συνέχεια να τον ξαναδώ, θα τον ξαναδώ?», αναρωτήθηκα. Και ευχόμουν μ’ όλη τη δύναμή μου να τον δω άλλη μια φορά, μόνο μια ακόμα φορά. Και τον είδα. Στ’ όνειρό μου. Κι ήταν τόσο γλυκό όνειρο. Βρεθήκαμε στο κέντρο της πόλης και κάναμε κι οι 2 σαν να γνωριζόμασταν από πάντα και κάναμε σα χαζά ερωτευμένα παιδάκια και κανείς δεν παρεξηγούσε την υπερβολή του άλλου και θέλαμε μόνο να κρατιόμαστε αδιάκοπα.

Update (16/10/2015): αυτόν τον άγνωστο που λέτε, τον γνώρισα τυχαία, δύο χρόνια μετά σε κάποιο πάρτυ. Κάναμε πολύ καλή παρέα, φλερτάραμε πολλή ώρα και πολύ ωραία μέχρι την ώρα που έφυγε. Έκανα άλλα δύο χρόνια να τον ξαναδώ, τυχαία πάλι, στο αγαπημένο μου μπαράκι. Αυτός ο άγνωστος δεν είναι κανένας σημαντικός άνθρωπος στη ζωή μου, είναι όμως ένας όμορφος άγνωστος που κάποτε -χωρίς καν να το θυμάμαι- ευχόμουν μ' όλη τη δύναμή μου να τον γνωρίσω. Και τον γνώρισα. Αυτό είναι το point του update. :)

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008

in the mood for love

Είναι αυτό που όταν κοιτάς έξω νομίζεις πως σου ανήκει όλος ο κόσμος. Και τα δέντρα απέναντι, και η ανοιχτωσιά, και τα πεζοδρόμια μέχρι κι η θάλασσα κι ο ουρανός. Αλλά δε θέλεις να τα έχεις, θες κάπου να τα χαρίσεις.

Είναι να ακούς συνεχώς τραγούδια αγάπης και απόλυτης αφωσίωσης, να έχεις καψουρευτική διάθεση του στυλ love is in the air και να μην έχεις κανέναν στο μυαλό σου. Να είσαι ερωτευμένος με την εικόνα του εαυτού σου όταν είναι ερωτευμένος.

Να θέλεις κάποιον να κρατάς απ’ το χέρι, να σε σηκώνει ψηλάαααα και να σε κάνει σβούρες, να σε παίρνει αγκαλιά και να αποκοιμιέσαι όταν σου χαιδεύει τα μαλλιά. Αλλά να μη σε πειράζει που όλο αυτά δεν τα έχεις, φτάνει που είσαι in the mood for love.

Και είναι υπέροχο να ακούς «θέλω τη μέρα που θα φύγεις απ’ το πρωί να μου γελάς κι όταν την πόρτα θα ανοίγεις να είναι σαν να μ ‘ αγαπάς» γιατί δεν υπάρχει κανείς για να φύγει! Ακόμα και το «ψυχή βαθειά» είναι ωραίο να ακούς γιατί ο άλλος τα ‘χει πάρει και ξεσπάει και στο ρεφραίν λέει ότι, κλάιν δεν πειράζει, αυτός την αγαπάει. Αλλά εσύ δεν έχεις κανέναν να του θυμώσεις και να γκρινιάζεις και να νιώθεις αδικημένος. Αλλά σκέφτεσαι πως και να είχες πάλι «δε θες αλλού να πας, εσύ όταν αγαπάς είσαι ψυχή βαθειά»!

..πού να’σαι τώρα που γυρνάς, ποιο κύμα σε παίρνει, ποιο όνειρο τσαλαπατάς και ποιος σ’ ανασταίνει..

Και το μαγικό είναι πως παρόλο που δε ζεις τίποτα από όλα αυτά κι όμως νιώθεις νοσταλγία με τους στίχους κι η φωνή του θηβαίου σε πεθαίνει έτσι όπως φωνάζει σιγανά και ξαφνικά θες να ερωτευτείς με όλο το είναι σου και να μαλώσεις, να χωρίσεις και να μετανιώσεις μόνο για να μπορείς να φωνάζεις κι εσύ χωρίς ένταση και να γκρινιάζεις με γλυκό τρόπο και να φας τα μούτρα σου αλλά να το ‘χεις διαλέξει εσύ..

Μαρμελάδα

​Το χρώμα της μαρμελάδας μύρτιλο με εντυπωσίασε μόνο την πρώτη φορά.  Υστερα ήταν πάντα χειρότερο απ' ό,τι το θυμόμουν. Κι εσείς νομίζετ...