και τώρα αν με πάρεις τηλέφωνο και μου πεις πως θέλεις να με δεις,και βρεθούμε και πιούμε τα γνωστά -εγώ καφέ κι εσύ μπύρα- και μου πεις πως θέλεις να σαι μαζί μου..
ναι θα πω.
αλλά δε θα θέλω.
γιατί το μόνο που ήθελα ήταν να μην έχει γίνει έτσι.
στο να διορθώνουμε όλοι καλοί είμαστε.
κάθε 2 σελίδες αυτό έλεγε στο αοδε: σε περίπτωση αποκλίσεων από τον αρχικό στόχο πραγματοποιούνται οι κατάλληλες διορθωτικές κινήσεις.
η μαγκιά φίλε είναι να μη χρειαστεί. να μη χρειαστεί να μου ξαναπείς συγγνώμη. γιατί αν ακούσω άλλη μία συγγνώμη θα σιχαθώ τον εαυτό μου.
κι όλο εσένα θέλω μόνο για κανέναν δε σηκώνω τώρα πια το ακουστικό
Αναρωτιέμαι ποιος να σου κάνει παρέα στη δουλειά τώρα που δεν έρχομαι να πίνουμε καφέ. Ποιος άλλος θα μάθει να φτιάχνει φρέντο καπουτσίνο και φρέντο εσπρέσσο μόνο και μόνο επειδή σε είδε άπειρες φορές να τα κάνεις εσύ. Και πού να πηγαίνεις όταν σχολάς αφού δε βγαίνεις μαζί μου.Αναρωτιέμαι.
Κι ελπίζω να μη σου κάνει κανένας παρέα,να μην μπορείς να ξεχαστείς ούτε λεπτό κι όταν σχολάς να περιπλανιέσαι μόνος σου ή να πηγαίνεις στα γνωστά μας μπαράκια και να τα πίνεις μόνος σου κι αν τύχει κι έρθει κανένας φίλος σου να συζητάτε για μένα.
έτσι.για να καταλαβεις ότι κάτι λείπει απ τη ζωή σου.
Ξαναδιαβάζωτον άνεμο κουβάρι και το Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης. Με όλα όσα αυτό συνεπάγεται.
Σήμερα δεν έκανα τίποτα. Ξύπνησα,έκανα μπάνιο και μετά έπεσα στο κρεβάτι και ήθελα μόνο να κοιμάμαι μέχρι να πάρεις τηλέφωνο. Πήρες πράγματι τηλέφωνο,κανονίσαμε να βρεθούμε στις 8. Ύστερα έφαγα κι έπεσα πάλι στο κρεβάτι και δεν ήθελα να κάνω τίποτα,δεν είχα όρεξη για τίποτα,ήθελα μόνο να κοιμάμαι μέχρι να πάει7μιση κι έπειτα να ρθω να σε βρω.
Παρατηρώ πως δεν έχω τόση όρεξη για έξω όπως πριν. Δεν έχω τόση όρεξη για έξω αν είναι το έξω να μη σε συμπεριλαμβάνει.
Ξανακοιμήθηκα λοιπόν και το τηλέφωνο ξαναχτύπησε στις 5μιση. Είδα πως ήσουν εσύ και σκέφτηκα μακάρι να μπορεί να βρεθούμε νωρίτερα τελικά! Αλλά δεν ήθελες να μου πεις αυτό.Μου εξήγησες απλώς τι συνέβη και είπες πως δε γίνεται σήμερα. Ήσουν εμφανώς τσατισμένος που δε θα μ έβλεπες κι αυτό μου φτάνει.
Μετά έγινε κάτι που δεν περίμενα. Κλείσαμε το τηλέφωνο κι εγώ άρχισα νακλαίω με λυγμούς που δε θα σε έβλεπα,σκέφτηκα πως είμαι η Μπίμπι απ το Σάββατο βράδυ και πως νιώθω όπως ηπρωταγωνίστρια για τον Κλίφορντ,που κάθε φορά που τον σκέφτεται πονάει η καρδιά της.
Σκέφτηκα πως δεν έχω κανέναν ενδοιασμό να σου τα πω. Να σου πω πως σήμερα δεν έκανα τίποτα,πως απ τις 11 το πρωί απλώς ξυπνάω και ξανακοιμάμαι και το μόνο που εύχομαι είναι να νυστάξω τόσο πολύ που να κοιμάμαι μέχρι την επόμενη φορά που θα σε δω.
Άνοιξα το γουόρντ αλλά μετά σκέφτηκα πως έπρεπε πρώτα να αλλάξω την επιφάνεια εργασίας* η πανσέληνος στην κόκκινη έρημο παραήταν μουντή γιατη διάθεσή μου.
Όχι ότι σήμερα είναι καμία καταπληκτική μέρα.Μάλιστα είναι αρκετά μέτρια προς το κακό μέρα. Όπως οι ελληνικοί καφέδες που σου ζητάνεοι γιαγιάδες, «μέτριοι προς το γλυκό». Μόνο που είπαμε, η μέρα είναι μέτρια προς το σκέτο.
Έχω τα νεύρα μου τις μέρες που ξέρω πως δε θα σε δω. Πήγα 2η μέρα στη δουλειά σήμερα, ξέρεις επιτηρώ τα διαγωνίσματα των ομογενών. Χτες δεν ήταν καθόλου βαρετά, ήταν πολύ καλά παιδιά,κάναμε πλάκα μεταξύ μας σαν να γνωριζόμαστε από καιρό και σήμερα μόλις μπήκα στην τάξη ένας είπε «η καλή!» και χάρηκα.Και σήμερα καλά ξεκίνησε δηλαδή αλλά μετά άρχισε να με πονάει η κοιλιά μου και είχα διπλωθεί και ήπια ένα αναβράζον και είχα τα νεύρα μου κι έτσι την τελευταία φορά που πήγε να μιλήσει δυνατά αυτός που είπε ότι είμαι καλή είπα «ρε συ μισή ώρα έμεινε σε παρακαλώ γράψε ό,τι είναι να γράψεις».Μετά ένιωσα άσχημα αλλά πονούσα υπερβολικά πολύ για να έχω και ηθικούς προβληματισμούς. Πάντως το κατάλαβε, ότανέφευγε του χαμογέλασα και μου είπε περαστικά.Σκέφτηκα πως είναι πράγματι πολύ καλά παιδιά, δε μου κράτησε κακία.
Ύστερα γύρισα στο σπίτι και κρυώνα,φόρεσα μακριές πυτζάμες και σκεπάστηκα με κουβέρτα και έψαχνα με ποιον τρόπο έπρεπε να κουλουριαστώ για να πονάω λιγότερο. Στριφογύριζε στο μυαλό μου η συζήτηση που είχα χτες με την Μ. Μου είπε εκείνο το διάλογο απ το γλυκό νοέμβρη
-μα θα θυμώσει η κοπέλα μου.
-αφού δεν έχεις κοπέλα.
-κι εσύ που το ξέρεις?
-όταν είσαι με κάποιον έχεις πάνω σου κάτι δικό του.Κάτι στο βλέμμα σου, στον τρόπο που μιλάς,στις κινήσεις σου..εσύ δεν το έχεις αυτό.
-κι όμως, έχω γυναίκα.
-τότε τη λυπάμαι γιατί δε σου έχει αφήσει τίποτα.
Στ αλήθεια ανατρίχιασα μόλις το άκουσα και ρώτησα βιαστικά και αγχωμένα αν έχω κάτι δικό του πάνω μου.Αλίμονο αν δεν είχα. Η Μ.μου είπε πως έχω και τότε ανακουφίστηκα. Της είπα πως είμαι ερωτευμένη,δεν της προκάλεσε καμία έκπληξη,είπε πως φαίνεται.
-είμαι ψυχάκιας που κουβαλάω μαζί μου τη φωτογραφία του?
-όχι, είσαι Μαλβίνα.
Τότε αλήθεια σου λέω,ανατρίχιασα ακόμα περισσότερο. Θυμήθηκα τον άνεμο κουβάρι που έλεγε για τη φωτογραφία του που την έχωνε κάθε βράδυ κάτω απ το φανελάκι της-που ήταν κι αυτό δικό του- και σκέφτηκα πως εγώ λέω κάθε βράδυ καληνύχτα στη φωτογραφία και της δίνω ένα πεταχτό φιλί και θεέ μου πόσο φρίκαρα.Ύστερα θυμήθηκα και τον Κλίφορντ Χενεσσύ από το Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης που χώρισε γιατίλέει πως ήταν πολύ νωρίς για να βρει τον έρωτα της ζωής του.
Φρικάρω συχνά τελευταία. Φρικάρω που ταιριάζουμε τόσο πολύ. Που όταν με ρωτάνε αν έχουμε ίδια γούστα λέω «απολύτως» κι όταν με ρωτάνε ποιος στέλνει συνήθως πρώτος μήνυμα δεν απαντάω τίποτα γιατί δεν υπάρχει απάντηση.
Ρώτησα πάλι αγχωμένη τη Μ.αν άραγε εσύ είσαι ερωτευμένος μάζι μου κι εκείνη είπε πως είναιόπως νιώθω. Αλλά εγώ νιώθω πως αισθανόμαστε ακριβώς τα ίδια πράγματα και τότε φρίκαρα ακόμα περισσότερο.
Το ξέρεις ότι φρικάρω κι αναρωτιέμαι αν φρικάρεις κι εσύ. Εγώ στο λέω χωρίς ενδοιασμούς ότι με φρικάρει αυτή η κατάσταση, αυτή η απόλυτη άνεση που έχεις μαζί μου. Είναι αυτό που λέει η Μαλβίνα για τον απαλλαγμένο από το αμπαλάζ εαυτό μας.Και διάολε είναι πανδύσκολο πράγμα.