Τρίτη 6 Μαΐου 2008

The temple of the king - Rainbow

ένιωθα την ανάγκη να το ακούσω.. enjoy =)


One day, in the year of the fox
Came a time remembered well,
When the strong young man of the rising sun
Heard the tolling of the great black bell.
One day in the year of the fox,
When the bell began to ring,
It meant the time had come for one to go
To the temple of the king.

There in the middle of the circle he stands,
Searching, seeking.
With just one touch of his trembling hand,
The answer will be found.
Daylight waits while the old man sings,
Heaven help me!
And then like the rush of a thousand wings,
It shines upon the one.
And the day has just begun.

One day in the year of the fox
Came a time remembered well,
When the strong young man of the rising sun
Heard the tolling of the great black bell.
One day in the year of the fox,
When the bell began to sing
It meant the time had come for the one to go
To the temple of the king.

There in the middle of the people he stands,
Seeing, feeling.
With just a wave of the strong right hand, hes gone
To the temple of the king.

Far from the circle, at the edge of the world,
Hes hoping, wondering.
Thinking back on the stories hes heard of
What hes going to see.
There, in the middle of a circle it lies.
Heaven help me!
Then all could see by the shine in his eyes
The answer had been found.

Back with the people in the circle he stands,
Giving, feeling.
With just one touch of a strong right hand, they know
Of the temple and the king.

Σάββατο 3 Μαΐου 2008

as you glide in my vision..

Δε μου το ζήτησες ποτέ το ξέρω. Εγώ ήμουν η απαιτητική, η ευέξαπτη, η το ένα η το άλλο. Η ζωντανή. Το μόνο που ήθελες από μένα ήταν να είμαι καλά. Ειλικρίνεια ή δειλία? Ή μήπως φόβος?

Και σου κάνω τη χάρη κι είμαι καλά και γελάω συνέχεια και με το παραμικρό. Ξέρεις πόσο κουραστικό είναι? Έχουν στραβώσει τα χείλη μου απ τα χαμόγελα.

Πρέπει να αντισταθμιστεί κάπως δεν νομίζεις? Ένα ήχος από κάτι υγρό που πέφτει. Κοιτάς το τραπέζι. Μια σταγόνα στολίζει το στρόγγυλο χαρτονάκι κάτω απ το μπουκάλι μου. «χύθηκε η μπύρα σου». Δε χύθηκε η μπύρα μου διάολε, αυτή την έχω πιει εδώ και ώρα σε μια προσπάθεια να ζαλιστώ και να μουδιάσω την ψυχή μου για να μην βρέξω τη μπλούζα σου μ αυτό αλμυρό υγρό που βγαίνει απ τα μάτια μας. Δεν είναι η μπύρα μου. Νέρωσες την ψυχή μου και πιάνει πολύ χώρο πια εκεί μέσα τώρα που στραγγίζεται στα ματόκλαδά μου.

Αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν ήσουν εκεί να το δεις. Να με δεις να κρύβω το πρόσωπό μου και να υγραίνω τα μανίκια μου. Να με δεις να ζαλίζομαι και να ζητάω συγγνώμη που δεν είμαι καλή παρέα. Να ζητάω συγγνώμη απ’τον εαυτό μου που υποκύπτω και με αναγκάζω να το συζητάω. Γιατί το κόλπο με το σκουπιδάκι στο μάτι πάλιωσε πολύ πια και καταντάει χολλυγουντιανό να το λες.

Σκόρπιες σκηνές περνάνε απ το μυαλό μου κι είναι νεκρά πλάνα μόνο στιγμιότυπα που δεν έχουν καν soundtrack. Είναι γιατί δεν έλεγες ωραία λόγια. Καλύτερα, τι να μου κάνουν και τα λόγια. Το βλέμμα σου έλεγε τι ό,τι ήθελες να μπορούσες να πεις κάθε φορά. Έλεγε σ’αγαπώ έλεγε σε θέλω έλεγε μη φεύγεις… και τώρα λέει σε χρειάζομαι.

Μια λέξη: μείνε

Δυο λέξεις: μη φεύγεις

Τρεις λέξεις : θα με ψάξεις?

Σε βλέπω να ψάχνεις το χέρι μου κι απορώ. Αφού σε κρατάω ήδη, τι γίνεται δε νιώθεις? Μούδιασε, μου λες και μετά τίποτα. Ούτε πόνος ούτε τίποτα. Παρέλυσε.

Να λοιπόν γιατί εσύ δε δακρύζεις.

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

Ο μόνος πραγματικά χαμένος είναι αυτός που δεν του έμεινε τίποτα για να χάσει..
ή τουλάχιστον εγώ αυτό σκέφτομαι όποτε ακούω.....




Γλένταγες στους ουρανούς
με ζάρια και χαρτιά
Και ξάφνου στα σκοτάδια μας
γκρεμίστηκες με φόρα.

Τώρα κρυώνεις και πεινάς
μ' άστο σε μας
για σένα βράζει αυτή
η άδεια κατσαρόλα

Μη δίνεις σημασία
που όλα γίναν βιαστικά
κι αν επρόλαβες να πεις
δυο τρία λόγια.

Το ξες πως είναι κερδισμένος τελικά
όποιος χαμογελάει μπροστά στην καρμανιόλα.

Άπλωνες στα σύννεφα μια τσόχα και με μιας,
έναν αιώνα κέρδιζες
ποντάροντας μια ώρα.

Τώρα θυμώνεις , ξεφυσάς κι όλο ρωτάς
που σταματάει αυτή η άγρια κατηφόρα.

Μη δίνεις σημασία
που όλα γίναν βιαστικά
κι αν επρόλαβες να πεις
δυο τρία λόγια.

Το ξες πως είναι κερδισμένος τελικά
όποιος χαμογελάει μπροστά στην καρμανιόλα.

Δεν πειράζει που δε σου ‘ρθε η ζαριά
τζογάρισες στο όνειρο κι είσαι έτοιμος για όλα
Το λέει κι ένα τραγούδι που μας μάθαιναν παλιά…
Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΤΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΟΛΑ

Μη γκρινιάζεις που δε σου ‘ρθε η ζαριά
τζογάρισες στο όνειρο κι είσαι έτοιμος για όλα
Το λέει κι ένα τραγούδι που μας μάθαιναν παλιά
Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΤΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΟΛΑ

Τετάρτη 30 Απριλίου 2008

Quote




Το γράφω ακριβώς όπως το είπες, Μ. , γιατί έτσι ακριβώς το σκεφτόμουν:


Φιλός δεν έιναι αυτός που κριτικάρει όλα όσα γίνονται/κάνουμε στη ζωή μας.
Ειδικά αυτά που μας κάνουν χαρούμενους.

ΓΚΕΓΚΕ?????????

άντε γιατί..!!! =Ρ

Δευτέρα 28 Απριλίου 2008

rewind

Στο γυρισμό άνοιξα το ραδιόφωνο αβίαστα.

Flashback.

Παρασκευή,25 Απριλίου 2008
Ανοιχτό παράθυρο και προσπερνάω αμέτρητα χωράφια με το βλέμμα μου. Και προσπερνάω συνεχόμενες και διακεκομμένες άσπρες γραμμές στο δρόμο με το βλέμμα μου. Λατρεύω τα ταξίδια αλλά αυτό μου φαινόταν ανιαρό. Επειδή δεν είχε μουσική.

Να ανοίξω το ραδιόφωνο ή είναι μεγάλη Παρασκευή και δεν κάνει?

Κάποια συζήτηση γίνεται δίπλα μου, πίσω μου , γύρω μου. Δεν ακούω. Συνεχίζω να προσπερνάω τα πάντα. Δε θα ‘θελα να τα προσπερνάω, θα ‘θελα να τα 
 παρατηρώ μα δεν έχω μουσική.

Να ανοίξω το ραδιόφωνο ή είναι μεγάλη Παρασκευή και δεν κάνει?

«Να ανοίξω το ραδιόφωνο ή είναι μεγάλη Παρασκευή και δεν κάνει?»- «άνοιξ’ το».

Don’t you cry tonight there’s a heaven above you baby….

Κι άρχισα να παρατηρώ όσα προσπερνούσαμε και τα είχα ξαναδεί όλα αυτά τα χωράφια και όλα αυτά τα δέντρα. Άρχισε να βρέχει, έκλεισα το παράθυρο. Δεν έκλεισα το παράθυρο επειδή άρχισε να βρέχει, το ‘κλεισα μόνο για να ακούω τη 
 μουσική.

The temple of the king.

Ήξερα πως είναι να πέφτει έτσι η βροχή στα τζάμια γιατί το είχα ξαναδεί, το είχα ξανακούσει και το είχα ξανανιώσει. Και το νιώθω το ίδιο κάθε φορά. Είναι ίδιες όλες οι φορές; Πες μου, είναι όλες οι φορές ίδιες;

Flashback.

Η ζωή μας είναι μια σειρά από επαναλαμβανόμενα déjà vu που απλώς κάποια στιγμή ξεχνάμε και πεθαίνουμε και ξαναγεννιόμαστε και ζούμε συνέχεια τα ίδια και τίποτα δεν έχει νόημα γιατί το ξέραμε από πριν; Για το θεό, μην το κάνεις να φαίνεται τόσο βαρετό. Πως είναι δυνατόν να μην έχει νόημα. Η βροχή δεν πέφτει πάντα με τον ίδιο τρόπο ούτε ο ήλιος ανατέλλει πάντα με τα ίδια χρώματα και τα σύννεφα έχουν άλλο σχήμα όποτε τα κοιτάω και σήμερα μου φάνηκε πως 
έτρωγαν το ένα το άλλο- έτρωγαν το ένα το άλλο! Μα δε με τρόμαξαν γιατί….

Is that everything’s gonna be fine fine fine
 Coz I‘ve got one hand in my pocket and the other one is giving a high five!

Fast Forward.

Είναι ώρα κοινής ησυχίας κι εγώ γιορτάζω και τραγουδάω δυνατά.
Και σου βγάζω τη γλώσσα και σου κάνω παράπονα και είναι déjà vu και το χουμε ξαναζήσει, αλλά κοίτα με είμαι φωτιά κι είμαι νερό κι είμαι σύννεφο αταξινόμητο και δεν είμαι ίδια και αλλάζω αλλάζω αλλάζω, και το πισί μου λέει να σβήσω την επαναλαμβανόμενη λέξη κι αδιαφορώ γιατί ακούω το αγαπημένο μου τραγούδι κι έχει ήλιο έξω και … και .. και:

Is that everything’s gonna be fine fine fine
 Coz I‘ve got one hand in my pocket and the other one is giving a high five!

!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Τρίτη 15 Απριλίου 2008

Καλειδοσκόπιο

Όταν ήμουν πολύύύύύύύ μικρή ο θείος μου μού έκανε δώρο ένα καλειδοσκόπιο. Και μου είπε να κοιτάω προσεκτικά τις εικόνες γιατί άπαξ και χαθούν είναι αδύνατο να τις ξαναδώ ολόιδιες. «Κι αν μια εικόνα μ΄αρέσει πολύ και θέλω να τη βλέπω συνέχεια;;». Όταν είδα την πρώτη εικόνα που ονόμασα αγαπημένη -εκείνη που έμοιαζε με το εσωτερικό καρπουζιού αλλά με χρυσαφένια κουκούτσια- προσπαθούσα να βάλω το rewind , δηλαδή να θυμηθώ όλες τις κινήσεις που έκανα μέχρι να τη δω και να τις κάνω ανάποδα για να ξαναδώ το καρπούζι. Ύστερα κατάλαβα πως ο μόνος τρόπος να γίνει κάτι τέτοιο θα ήταν να πάγωνε το υγρό στο σωληνάκι και η χρυσόσκονη στη θέση που τα ήθελα για να βλέπω την εικόνα μου.

Μετά από χρόνια έβγαλα το καλειδοσκόπιο από το ντουλάπι που το είχα χώσει βιαστικά μετά από μια μετακόμιση. Το ξεσκόνισα και κοίταζα πάλι με μανία τις εικόνες, σχεδόν τις ρουφούσα. Μέχρι που μαζεύτηκαν σε μια άκρη όλα τα γυαλιστερά σχεδιάκια και έμεινα να κοιτάω τη φούξια σκόνη του που έμοιαζε με……έμοιαζε με καρπούζι με χρυσαφιά κουκούτσια!!!! Κι έπαθα déjà vu και σκέφτηκα το αγχωμένο απόγευμα στην κουζίνα του θείου έτοιμη να κλάψω που δε θα ξανάβλεπα το καρπούζι μου.

Να μη σας δουλεύω. Είναι αδύνατον να δεις ακριβώς την ίδια συνέχεια σε ένα καλειδοσκόπιο. Μπορεί όμως να δεις κάτι που θα μοιάζει πολύ με την κάποτε αγαπημένη σου παράσταση ή ακόμα να σ’αρέσει περισσότερο και να ταιριάζει πιο πολύ στα τωρινά σου γούστα. Και θα συγκινηθείς που θα μοιάζει με το μικρό σου θησαυρό κι ίσως πιστέψεις πως είναι πανομοιότυπο γιατί έτσι θα ήθελες να είναι.

Σκέψου τώρα...

Η ζωή δεν είναι ένα τεράστιο καλειδοσκόπιο; Κι ας είναι μεγάλο, εσύ κουνάς πέρα δώθε το διαφανές σωληνάκι με τα πολύχρωμα σχήματα. Δε θα ήταν πολύ μελαγχολικό να μείνει κολλημένο σε ένα σημείο και να βλέπεις συνέχεια το ίδιο; Φαντάσου ένα όμορφο ηλιοβασίλεμα. Δε θα ήταν πολύ λυπηρό αν έμενε για πάντα έξω απ’ το παράθυρό σου; Δε θα ήταν πια το αγαπημένο σου κομμάτι της μέρας, θα ήταν ρουτίνα. Θα έχανε την αξία του.

Αλλά ακόμα χειρότερο είναι το άλλο. Να φας όλο το χρόνο σου προσπαθώντας να ξαναβρείς την πιο αγαπημένη σου σκηνή για να αρκεστείς στο τέλος σε κάτι που θα της μοιάζει.

Κάνε μια σβούρα το καλειδοσκόπιο. Όπου και να σταματήσει πάλι πολύχρωμο θα ‘ναι.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2008

ο ήχος της καταιγίδας ΙΙ

Τότε έβρεχε συνέχεια. Ακόμα κι όταν το τσιμέντο ήταν στεγνό κι ο ουρανός ανέφελος. Ακόμα και τότε υπήρχε στην ατμόσφαιρα μια αίσθηση καταιγίδας που θα ξεσπούσε. Στην καλύτερη περίπτωση φαινόταν πως η καταιγίδα μόλις είχε κοπάσει.

Αλλά πάντα η καταιγίδα υπήρχε. Κι η υπάρχει ακόμα στο μυαλό μου όταν σκέφτομαι. Όταν αναπολώ εκείνες τις μέρες δεν μπορώ να βάλω στην εικόνα ήλιο, ζέστη και χρώματα. Δεν μπορώ αφού δεν υπήρχαν. Υπήρχε μόνο το γκρι—ούτε καν ένα μαύρο της προκοπής, παραμόνο ξεπλυμένο, μουντό γκρι, η κατάντια του μαύρου.

Η κατάντια γενικότερα. Το φως ήταν σκοτεινό, η ζέστη παγερή και το νερό της βροχής βίαιο αντί ανακουφιστικό. Κι υπήρχαν σκηνές που μοιάζαν γυρισμένες για ταινία (θα ήταν από κείνες τις σκηνές με βροχή κι αέρα και καβγάδες στο δρόμο). Κι είχαν μια μαγεία αυτές οι στιγμές μα τη μαγεία της Μοργκάνα Λε Φε κι όχι του Μέρλιν.

Ρε δε νοιάζει από πού ήρθες σου λέω..εγώ εδώ ήμουνα περαστική.

Και τώρα φεύγω αν δε σε πειράζει.

Κυριακή 6 Απριλίου 2008

Είναι η κρυφή μου, η ατέλειωτη δίψα

Ήμουν ακουμπισμένη στο παράθυρο με το βλέμμα καρφωμένο κάπου. Ήταν περίεργο που πραγματικά είχα κάπου καρφωμένο το βλέμμα μου, αφού δεν υπήρχε κάτι ακίνητο για να κοιτάξω—φαινομενικά. Έξω η μια εικόνα διαδεχόταν την άλλη, το ένα χρώμα το άλλο και τα σύννεφα άλλαζαν συνεχώς σχήμα.

Αλλά υπήρχε κάτι σταθερό, η βροχή. Τι οξύμωρο να λέει κάποιος τη βροχή σταθερή. Κι όμως απολάμβανα τόσο αυτή την εικόνα: οι σταγόνες να πέφτουν βίαια στο τζάμι και στη συνέχεια να απομακρύνονται μαλακά από τους υαλοκαθαριστήρες σχηματίζοντας ένα ρυάκι στην άκρη του παραθύρου. Ξανά και ξανά. Με ηρεμεί το νερό. Η θέα του, η αίσθησή του, ο τρόπος που σε ξεδιψάει κι ο τρόπος που μου φαίνεται νόστιμο παρόλο που είναι άγευστο.

Έξω από το γυαλί που έμπαινε ανάμεσα σε μένα και τον κόσμο κοιτούσα τα οργωμένα χωράφια. Και φαντάστηκα πως τα σκαμμένα κομμάτια ήταν ένα πεντάγραμμο και φαντάστηκα ένα ξύλινο μπαστούνι να χαράζει πάνω του νότες. Κι οι νότες να ακούγονται την ίδια στιγμή που γράφονται από ένα μουσικό όργανο που δεν υπάρχει. Μετά οι νότες θα ξεκολλούσαν από το χώμα και θα πετούσαν αέρινα στον ουρανό κι ο βρόχινος ήχος τους θα γέμιζε την ψυχή μου.

Θα ήμουν εκστατικά ευτυχισμένη. Μην αναρωτηθείς γιατί.

Τρίτη 1 Απριλίου 2008

Χίλια χρώματα, φώτα και αρώματα


Όταν σου έδειξα το καινούριο μου στυλό σε σχήμα φύλλου με την Τίνκερμπελ να κάνει τσουλήθρα πάνω του, γέλασες κι ένιωσα πως το έβρισκες πραγματικά αστείο. Κι ένιωσα πως γελάμε με τα ίδια πράγματα κι ένιωσα όμορφα γι αυτό. Μετά με πήρες αγκαλιά και με φίλησες στο μέτωπο σαν να ήμουν η μικρή σου αδερφή κι ένιωσα ακόμα ομορφότερα.

Άσε με , κράτα με, κοίτα με, αγάπα με… Όλα γυρίζουν σαν τρελά, ρόδες που παν’ στο πουθενά..

Κι έτσι ένιωθα. Σαν να είμαι σ’ ένα μικρούλι, πολύχρωμο καρουζέλ και σαν να μην υπάρχει τίποτα άλλο τριγύρω. Και σαν να έχει φως κι ας ήταν ολοσκότεινα. Σαν να είχε ησυχία , σαν να ακουγόταν μόνο ο άνεμος κι ας γινόταν χαμός.

Κι ήμουν ήρεμη κι ήσουν κι εσύ. Και εκείνη τη μέρα ήσουν τρυφερός, πολύ σπάνιο αυτό –κι ας λες εσύ. Με είχες όπως ο πιτσιρίκος το Φοιβάκι του στο φύλακα στη σίκαλη και με φρόντιζες σαν να ήμουν κάτι πολύτιμο σε ένα από αυτά τα μικρά κουτάκια. Και με άγγιζες συχνά σαν να ήξερες πως το είχα ανάγκη –το είχα ανάγκη.

Και δε με μάλωσες ούτε μία φορά σαν να μην σε έχω απογοητεύσει ποτέ, σαν να τα είχες ξεχάσει όλα ή σαν να μη σ’ ένοιαζαν πια.

Μετά με εκνεύρισες που ακόμα καταλαβαίνεις. Αφού δε με βλέπεις πια και τόσο συχνά γιατί καταλαβαίνεις ακόμα; Δεν είναι ότι δε θέλω να καταλαβαίνεις, μακάρι να καταλαβαίνεις για πάντα. Αλλά αμφιβάλλω αν είμαι καλή στο να κρύβω πράγματα και… τίποτα, άστο.

Κάνω τόσα πολλά όνειρα. Θέλω τόσο πολύ να στα πω. Φοβάμαι τόσο πολύ να στα πω.

Δε θυμάμαι αν στο είχα πει...μα σ'αγαπούσα..



Τρίτη 25 Μαρτίου 2008

ΔΕΝ είναι η φρίκη---> !!!

Φταίει η άνοιξη και τα τραγούδια που ακούω –θα καταλάβεις σε λίγο ποια είναι αυτά. Αλλά τα ‘χω πάρει με τους ανθρώπους –ανώνυμα.

Όταν με ρωτάς λοιπόν αγαπητέ μίζερε, αν είμαι καλά, απαντάω «είναι άνοιξη». Κι αν με ρωτήσεις σε 3 μήνες θα σου πω «είναι καλοκαίρι». Κι αν με ρωτήσεις σε 6 θα πω «είναι φθινόπωρο». Και σε 9 θα πω «είναι χειμώνας». Όχι δε μ’ αρέσουν τόσο πολύ όλες οι εποχές. Απλώς έχουμε μια βασική διαφορά, δηλαδή εγώ έχω μια βασική διαφορά με τους μίζερους όλου του κόσμου. Δε φτιάχνω λόγους για να είμαι θλιμμένη.

Εσύ βλέπεις το συννεφιασμένο ουρανό –που εγώ θα τον έλεγα «διαμαντένιο ουρανό» instead—κι αρχίζεις εκ των προτέρων να τσατίζεσαι που ίσως και να πρόκειται να βρέξει. Είμαστε με τα καλά μας; Ωραία, δηλαδή κι αν βρέξει τι θα γίνει, από χαρτί είσαι φτιαγμένος; Από’δω και πέρα λοιπόν σε λέω χάρτινο άνθρωπο.

Κι όλα αυτά στα έχω πει –πες ό,τι θες μόνο μην πεις πως δε σου το ‘πα!—και μια που το ανέφερα μάλλον έχεις παρερμηνεύσει και κάποιους στίχους, χάρτινε άνθρωπε(μπορεί και εγώ να τους έχω παρερμηνεύσει υπέρ μου, αλλά ακόμα κι ο τρόπος που αλλάζεις τα δεδομένα κάτι σημαίνει). Σ’αυτό λοιπόν το τραγουδάκι λέει «δεν είναι η φρίκη, είναι η ζωή που σου ανήκει». Μετά το «δεν είναι η φρίκη» εσύ προφανώς βάζεις ερωτηματικό για να μπορείς μετά να συζητάς με τον καθρέφτη σου πόσο χάλια είναι η ρημάδα η ζωή. Εγώ βάζω θαυμαστικόà δεν είναι η φρίκη!

και θα ξαναματαβάλω αυτή την εικονίτσα :


Κι αν τέλος πάντως δε σε πείθει το χαμογελαστό παιδάκι με τα χρώματα του ουράνιου τόξου δίπλα που σε προτρέπει να χαίρεσαι αυτά που έχεις κι ας είν’ και λίγα, πάρε την μίζερη νεράιδα που σου ταιριάζει μπας και νιώσεις συμπόνια προς την ομοιοπαθή –την πάσχουσα από μιζέρια δηλαδή:


ΟΚ????

Και νομίζω επίσης, για να συνεχίσω με τα τραγουδάκια τα ανοιξιάτικα-ξύλινα-ευχάριστα πως μια άλλη βασική διαφορά μας είναι αυτή: εμένα κανείς δε μου είχε πει πως «θάρθει κάποια μέρα που ό,τι αντικρίζω θα το ερωτεύομαι» κι όμως το κάνω, γιατί είναι ευχάριστο! Εσένα πάλι παίζει και να στο είπε κάποιος αλλά αντί να τον ακούσεις παθαίνεις αυτό «μπρος στα μάτια σου περνάνε, φωσφορίζουνε και πάνε»..

Και μετά ζηλεύεις. Όχι εμένα αλλά αυτά που μου «τυχαίνουν». Εγώ που δεν είμαι μοιρολάτρισσα θα πω «αυτά που μου συμβαίνουν». Ε, κοίτα δεν είναι και τυχαία. Κάτι τα προκαλεί. Κάποιος τα προκαλεί. Εγώ τα προκαλώ. Κι εσύ μπορείς να προκαλέσεις τη δικιά σου ευτυχία. Αλλά δεν το κάνεις. Γιατί; Τώρα παίζουν 2 σενάρια –ας μιλήσω με τη δικιά σου ορολογία, αγαπητέ χάρτινε σεναριογράφε της ζωής των άλλων—το πρώτο είναι πως τη βρίσκεις με τη μαμουχαλιά σου και σ’ αρέσει και να σε λυπούνται. Το δεύτερο είναι πως δεν έχεις τη δύναμη να το κάνεις. Αυτό καθόλου δεν το κατακρίνω, πολλές φορές είμαστε αδύναμοι. εδώ είμαι , κι εδώ θα’μαι και «θα’μια πάντα εγώ μεσ’στο όπλο σου σφαίρα», κι ας είναι και σφεντόνα, αρκεί να έχεις ένα όπλο.

πάρε με στη χώρα που χορεύουν όλοι, όλη μέρα..

σβήνω απ’την άμμο όλα τα χνάρια απόψε που σε κυνηγάνε

ξέρεις δε φταίνε τα λιοντάρια, αν μείνουν νηστικά πεινάνε

θα το ξαναπω:

πες ό,τι θες μόνο μην πεις πως δε σου το’πα. Αφού σου το ‘πα

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2008

Σ'αγαπώ, να προσέχεις

Με κοιτάς μες τα μάτια
μα ποτέ σου δεν είδες
τα σβησμένα μου φώτα
τις χαμένες μου ελπίδες.

Το μηδέν του Σαββάτου
της αυγής το γαμώτο
με κοιτάς και σωπαίνεις
κι η σιωπή κάνει κρότο.

Με κοιτάς λες και είμαι
τρύπιο πάνω σου ρούχο
μου ζητάς να σκοτώσω
την αγάπη που σου 'χω.

Και φοβάμαι μη φύγεις
ο αέρας παγώνει
κι η καυτή σου ανάσα
το μυαλό μου θολώνει.

Και φοβάμαι μη φύγεις
μα άλλο δρόμο δεν έχεις
και σου γράφω στο τζάμι
σ' αγαπώ να προσέχεις.

Με κοιτάς μες τα μάτια
κι απορείς που δεν κλαίνε
η αγάπη δε φεύγει
είναι μέσα μας λένε.

Κάπου αλλού ταξιδεύεις
κι όμως πλάι μου είσαι
μεσ' την τρέλα του κόσμου
μ' αγνοείς κι αγνοείσαι.


Μαρμελάδα

​Το χρώμα της μαρμελάδας μύρτιλο με εντυπωσίασε μόνο την πρώτη φορά.  Υστερα ήταν πάντα χειρότερο απ' ό,τι το θυμόμουν. Κι εσείς νομίζετ...