Ξέρεις, είχες κερδίσει την τυφλή εμπιστοσύνη μου. Δε δίσταζα να σου δέιχνω τι θέλω να και να σου λέω τι σκέφτομαι – πριν να προλάβω να σκεφτώ αν θέλω να το πω. Γιατί είχες φυτέχει μέσα μου την σιγουριά πως εσύ ποτέ δε θα κάνεις κατάχρηση της εμπιστοσύνης που σου έχω. Κι έτσι είχες κερδίσει ολοκληρωτικά τον γυμνό από αμπαλάζ εαυτό μου.
Και τον έχασες.
Σκέψου πόσο πολύ το εννοώ λαμβάνοντας υπόψη πως: δε γράφω σε υπολογιστή με παιχνιδιάρικη και χρωμματιστή γραμματοσειρά και δεν ακούω καμιά λίστα που έχω φτιάξει εγώ. Γράφω σε ένα κομμάτι χαρτί με γραμμές που νιώθω πως δε μου ανήκει με ένα στυλό που δεν έχει υγρή μελάνη( τι απρόσωπο! Δε βρίσκεις?) και ακούω ραδιόφωνο. Και χρησιμοποίησα τον πιο άσχημο γραφικό μου χαρακτήρα.
Τώρα κοίταξα τον ουρανό και μου φάνηκε σαν μια οπάλινη αναποδογυρισμένη θάλασσα. Μα οπάλινη θάλασσα? Η θάλασσα σε μεταφορά με κάτι στερεό? Σκέψου πόσο μου τετραγώνισες τα αισθήματα.
Νομίζω πως είμαι στη μέση μια τεράστιας αυλής σχολείου και κρατάω μια κιμωλιία και γράφω έναν κύκλο. Και μετά κι άλλον κι ύστερα έναν ακόμα. Κι ο τελευταίος έχει ακτίνα ρ=0. Ο κύκλος περιορίζεται στο κέντρο του. Εσύ φταις.
Κι αν μείνει τ’ όνειρο μισό/ κι αν το φιλί χαθεί κι αυτό/ μη σταματάς ποτέ να λες/ πως μ’ αγαπάς χίλιες φορές..
Δε μ’αγαπάς ανόητε. Δε σου καίγεται καρφί. Κι εγώ στέκομαι μόνη μου πάνω απ τον εκφυλισμένο μου κύκλο με την τελειωμένη μου κιμωλία και παρακαλάω να μην ήταν όλοι οι προηγούμενοι κύκλοι απάτη!
Οι ψυχές και οι αγάπες/ σιαμαίες αυταπάτες...
Δεν είμαστε αυτός ο στίχος !! είμαστε το επόμενο ρεφραίν, γι αυτό πες μου σε παρακαλώ :
Αχ μωράκι σαστισμένο
μέσα στο μυαλό σου ξένο
τι να πρωτοτραγουδήσεις
και ποια πόρτα να χτυπήσεις
Τίποτα δε θυμάσαι. Δε θυμάσαι πώς κρατιόμασταν τότε? Δε θυμάσαι που ήμουν αηδιαστικά ευσυγκίνητη και με παίρναν τα ζουμιά στις μπαλάντες? Και έχωνα το μουτράκι μου στην αγκαλιά σου γι α να μη με βλέπεις που κλαίω –λες και θα ταν πρώτη φορά.
Αχ αγάπη μου αγάπη
διαμαντάκι μες στη στάχτη
και νησάκι που χει φάρο
ένα μεθυσμένο γλάρο
Σ’ αυτό το σημείο στηριζόμουν πάνω σου και μόνο, όχι στα δικά μου πόδια. Και με κρατούσες σφιχτά κι όταν τέλειωσε το τραγούδι έκανα στροφή 180 μοιρών για να κρυφτώ και για να σε μυρίζω κιόλας. Και μου κανες πατ πατ στο κεφαλάκι και το επόμενο πεντάλεπτο σου τραγουδούσα «μην καπνίζεις τόσο σ’αγαπώ και να προσέχεις».
Και τώρα κοίτα τι μου κάνεις.
Πώς γίνεται να είσαι τόσο μεγάλο κάθαρμα και να πεθαίνω για την πάρτη σου?
θέλω κι εγώ έναν ανεξάντλητο και παλαβό έρωτα..και τον θέλω μαζί σου.
Θέλω να ρθείς και να μ ανάψεις
Το παραμύθι να μου πεις..

