Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020

Subject to change

Subject to είναι μια φράση που πρώτη φορά είδα γραμμένη σε συντομογραφία (s.t.)
και άκουσα να προφέρει ο καθηγητής του γραμμικού προγραμματισμού στη σχολή.
 Υπήρχε μία συνάρτηση που ονομαζόταν αντικειμενική,
και που σκοπός ήταν κάθε φορά να βρούμε κάποιο ακρότατό της
-μέγιστο ή ελάχιστο, ανάλογα με το πρόβλημα.
Η συνάρτηση αυτή υπόκειτο σε κάποιους περιορισμούς,
τους οποίους αραδιάζαμε δίπλα από το s.t.
Το μάθημα ήταν ωραίο και για άλλους λόγους αλλά φιλοσοφικά κράτησα τα εξής:

- η συνάρτηση ήταν subject to στους περιορισμούς, η συνάρτηση ήταν δέσμιά τους
- η συνάρτηση ήταν αντικειμενική

Δέκα χρόνια μετά το μάθημα αυτό, παρατηρώ τα σχέδια που στέλνω στους πελάτες,
και βλέπω μια φράση που μπαίνει αυτόματα στο υπόμνημα:
This is a quotation drawing. Subject to change.
Τα σχέδια είναι σε αρχικό στάδιο. Υπόκεινται σε αλλαγές.

Κι έτσι κάπως πήρα να σκέφτομαι σε τι υπόκειται ο καθένας μας.
Σε ό,τι υπόκεισαι, αυτό είναι ο περιορισμός σου.
Αυτό σε κάνει να φτάσεις στα μέγιστα και τα ελάχιστά σου
-είτε για καλό, είτε για κακό.
Σκέφτομαι πόσο μου αρέσει το ρήμα υπόκειμαι
το ρήμα κείμαι
και πόσο μ' αρέσει να κείμαι γενικότερα
ίσως όμως περισσότερο επί.

Σκέφτομαι τον Δημήτρη να μου λέει πόσο ομόρφυνα
και πόση ηρεμία αποπνέω.
Και μόνο σε ένα πράγμα μπορώ να αποδώσω αυτή την αλλαγή,
η οποία σίγουρα αντικειμενική δεν είναι.
Ομόρφυνα όμως στ' αλήθεια κι αποπνέω ηρεμία.
Δεν άλλαξε η μορφή μου· άλλαξα όμως σαν σύνολο.

Ξέρεις γιατί;
Γιατί κάθε βράδυ γυρίζω στο σπίτι μου.
Γιατί λατρεύω τη διαδρομή που ακολουθώ για να φτάσω εδώ
-είναι γεμάτη δέντρα και μεγάλα πεζοδρόμια.
Γιατί για να φτάσω στην είσοδο του σπιτιού μου,
προσπερνάω ένα μπαρ με αυλή κι ένα δέντρο στη μέση
ένα μανάβικο με ευφάνταστο όνομα και υπέροχους ανθρώπους
και -θεέ μου!- προσπερνάω κι ένα θερινό σινεμά.

Ζω δίπλα σε θερινό σινεμά
και σε μπαρ
και σε καλούς ανθρώπους.

Και γυρίζω στο σπίτι και δεν είναι κανείς εδώ.
Δεν υπόκειμαι και δεν επίκειμαι, μόνο κείμαι.
Subject to nothing θα έλεγε κανείς.
Μα όχι, δεν είναι έτσι.
Είμαι κι εγώ - όπως και τα σχέδιά μου- subject to change.


Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020

ασεβείς πόθοι

Δεν ξέρω αν φταίει η θερμοκρασία,
τα σατέν σεντόνια, 
ή το κομοδίνο μου, 
μα γίνονται περίεργα πράγματα σήμερα. 

Είναι κάποιος που γουστάρω διαχρονικά 
και δεν μπορώ να φανταστώ το σεξ μαζί του. 
Είναι κάποιος άλλος που μου λείπει πολύ αυτές τις μέρες 
γιατί η ζωή είναι άδικη και δεν είμαι εκεί μαζί του. 
Είναι και κάποιος τρίτος, που ποτέ δε γούσταρα
και πάντα αγαπούσα 
και σήμερα 
-λόγω θερμοκρασίας ή κομοδίνου ή σατέν σεντονιού-
σήμερα έχω μια ακατανίκητη επιθυμία να γονατίσω μπροστά του. 

Και σκέφτομαι το επόμενο παρεΐστικο ριγιουνιον
Και πόσο παρεΐστικο αυτό θα είναι 
Και για τι ποσοστό του χρόνου θα στέκομαι στα δύο μου πόδια 
Και σε ποιον άραγε να έχω τότε το μυαλό μου. 

Μεγάλωσα, μην γελιέσαι. 
Τώρα είναι όλα συνειδητά. 
Επίπονα συνειδητά. 
Ανακουφιστικά συνειδητά. 

Σάββατο 4 Ιουλίου 2020

όταν μεγαλώσω θέλω

Χαίρομαι συχνά τελευταία.

Χάρηκα όταν με πήρε τηλ ο Γιώργος·
μου είπε πως θα είναι για ένα μήνα στην πόλη που σπουδάσαμε.
Πήρα μια μέρα άδεια για να πάω εκεί
να τα πούμε
να βγαίνουμε
να πίνουμε
και να πηγαίνουμε στη θάλασσα.

Χαίρομαι κάθε φορά που οδηγάω μέχρι τη δουλειά.
Κάθε στροφή που δεν παίρνω απότομα είναι μια μικρή νίκη.
Κάθε αλλαγή λωρίδας, μια λίγο μεγαλύτερη νίκη.

Μα κυρίως χαίρομαι κάθε φορά που μπαίνω στο σπίτι μου·
χαίρομαι που υπάρχει ένα διαμέρισμα να λέω "σπίτι μου"
και πιο πολύ χαίρομαι που είναι λίγο δροσερό.

Σκέφτομαι τα πράγματα που θέλω να βάλω εδώ μέσα.
Ένα ψηλό τραπεζάκι -για να κάθεται πάνω η ζάμια·
έναν ανεμιστήρα οροφής για το σαλόνι
- απ' αυτούς τους παλιομοδίτικους που αρέσουν σε λίγους-
κορνίζες για να κρεμάσω τις αφίσες μου στους τοίχους
- γιατί μεγάλωσα για μπλου τακ αλλά δεν μεγάλωσα για αφίσες -
ένα τραπέζι για την άδεια γωνία της κουζίνας
- εκεί θα μπει η τοστιέρα και τα υλικά του πρωινού,
θα είναι ο μικρός προσωπικός μου μπουφές.

Είμαι ένα κορίτσι που έχει σπίτι
φίλες
φίλους
δουλειά
μισό αυτοκίνητο.

Κυρίως όμως είμαι ένα κορίτσι που έχει όρεξη.
Νιώθω πάλι όπως εκείνη την άνοιξη που έβγαινα βόλτα
και ήθελα να πάρω μια βαθιά ανάσα και να 'χω μέσα μου όλη την πόλη.

Μόνο που τώρα, αυτό το καλοκαίρι, παίρνω διαφορετικό δρόμο όταν βγαίνω από το σπίτι
κι αυτός ο δρόμος έχει περισσότερα δέντρα και πιο παχιά σκιά
και αγγελικές και αγιοκλίματα και θερινά σινεμά
και νιώθω σα να μπήκα σε κάποια ταινία ή σειρά ή βιβλίο
γιατί δε γίνεται αν είναι όλα τόσο όμορφα.

Είναι όλα τόσο όμορφα.

ΥΓ ψάχνοντας εκείνο το ποστ για εκείνη την άνοιξη, βρήκα αυτό το ποστ και ένιωσα πολύ ικανοποιημένη από τον εαυτό μου. Γιατί μεγάλωσα ακριβώς έτσι.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2020

Ανίκητη γυναίκα

Πρώτα μετακόμισα τα βιβλία.
Ήταν προφανής επιλογή.
Είχα έναν άδειο σπίτι που είχε τους χώρους που ήθελα,
που έβαψα τους τοίχους όπως ήθελα,
αλλά δε μου μιλούσε.
Και δεν ήταν επειδή δεν είχε έπιπλα, ήταν επειδή δεν είχε λέξεις.
Κι αυτό διορθώνεται μόνο με τα βιβλία.

Ύστερα ήρθαν και τα έπιπλα κι εγώ μάζεψα τα τελευταία πράγματα για να μετακομίσω.
Υπήρχαν 3 βαλίτσες με ρούχα και πετσέτες και σεντόνια.
Υπήρχαν 2 κουτιά με κουζινικά.
Υπήρχε μία τσάντα με αφίσες και διακοσμητικά.
Εκεί μέσα ήταν η αφίσα από τις γιορτές τις Σεβίλλης - δώρο από τις Μαρίες-
ο κάκτος που μου πήρε η Αθηνά στα γενέθλιά μου
κάτι καρτ ποστάλ σε κίτρινες αποχρώσεις που είχα πάρει από τον Θερμαϊκό
και που χρόνια τώρα έχουν βρει τη θέση τους πάνω ακριβώς από το κομοδίνο μου.
Τώρα η θέση τους είναι πάλι πάνω από το κομοδίνο μου
σ' έναν τοίχο όμως πιο πράσινο που τους πάει περισσότερο.

Τέλος υπήρχε μια τοσοδούλικη τσάντα πλάτης,
αυτή που αποκαλώ "τσάντα της συναυλίας".
Όταν πηγαίνω σε συναυλίες παίρνω πάντα αυτή τη μινιατούρα σακιδίου.
Τη φοράω ανάποδα, δηλαδή στο στήθος αντί στην πλάτη.
Έτσι μπορώ να τη βλέπω για να είναι ασφαλή τα υπάρχοντά μου
όμως άλλο είναι το μαγικό.
Μπορώ ανάμεσα στα λουριά της και το στήθος μου να σφηνώνω τη μπύρα μου
και να στρίβω τσιγάρο χωρίς να ζητάω από κανέναν να μου κρατάει το ποτήρι.
Μέσα σ' αυτή τη μαγική τσάντα λοιπόν, έβαλα τα αναμνηστικά.

Έβαλα έναν άδειο καπνό πίπας που μου χάρισε ο Δημήτρης πριν δέκα χρόνια.
Έβαλα την πρωτοχρονιάτικη κάρτα της μαμάς από το 2000.
Έβαλα τον χάρτη που μου χάρισε ο μπαμπάς το 1998 και έγραψε πάνω
"για να μη χάνεις τον δρόμο σου".
Έβαλα το καρδιογράφημα από τα επείγοντα από τον Ιανουάριο του 2016
για να μην ξεχάσω ποτέ πως το άγχος είναι ασθένεια.
Έβαλα τις εξετάσεις που έκανα μετά
και που η παθολόγος με ενημέρωσε με το πλατύτερο χαμόγελο
"είναι εξαιρετικές"
και που εγώ προσπαθούσα να προσποιηθώ χαρά ενώ αναρωτιόμουν
"τότε τι φταίει;".

Πίστευα πως στο συρτάρι με τα αναμνηστικά θα έβρισκα κι ένα γράμμα της Ελένης.
Ήμουν σίγουρη πως το είχα κρατήσει, σίγουρα το είχα δει κάπου πρόσφατα.
Δεν το βρήκα όμως και έκλαιγα που δεν το βρήκα.
Ευτυχώς έχω το βιβλίο της και το άρωμά της.
Τα πήρα την τελευταία φορά που πήγα σπίτι της.
Είπα ψέματα πως θα επιστρέψω το βιβλίο - νομίζω πως το ήξερε πως λέω ψέματα.
Το άδειο άρωμα της το ζήτησα και ένιωσα άσχημα που το ζητάω
γιατί το ήξερε πως πεθαίνει και ήξερε πως το ζητάω για να τη θυμάμαι.

Τουλάχιστον τα αναμνηστικά μου εξυπηρετούν τον σκοπό τους.
Ενισχύουν τη μνήμη.
Αυτή την ανίκητη γυναίκα.

Τελευταία νιώθω κι εγώ τέτοια, ξέρεις.
Ανίκητη γυναίκα.



Δευτέρα 8 Ιουνίου 2020

the richest man in Babylon

Κατέβηκα από τον έβδομο όροφο με το ασανσέρ.
Ήταν πολύ αργά το βράδυ μίας Τρίτης.
Ποτέ δε θέλησα να κοιμηθώ μαζί του.
Θέλησα να κάνω άλλα πράγματα μαζί του-
ποτέ όμως να ξαπλώσω δίπλα του.

Έφυγα πάλι πολύ βιαστικά - ίσως περισσότερο απ' όσο περίμενε.
Ένιωσα πως αυτό μου έδωσε μια δόση εξουσίας.
Δεν επιζητώ γενικά την εξουσία - ειδικά όμως την επιζητούσα.

Πριν από αυτό το βράδυ αναρωτιόμουν αν θα μπορούσα να νιώθω για κείνον κάτι βαθύτερο.
Κάτι σαν αυτό για το οποίο παραπονιέται η κοπέλα στον Φάμελο στο "γκομενάκι μου".
Δεν είχα απάντηση μέχρι εκείνη την Τρίτη.

Το βράδυ εκείνο εκείνης της Τρίτης, περπάτησα προς την Εγνατία
πέρασα κάτω από ένα κλειστό μαγαζί.
Ένα μαγαζί που, όταν ήταν ακόμα ανοιχτό, είχα πάει μία μόνο φορά.
Tο ερωτευμένο αγόρι της παρέας μας παρακάλεσε να πιούμε εκεί το ποτό μας
γιατί "ακούστε, παίζει Thievery" και του θύμιζαν την κοπέλα.

Και τότε κατάλαβα γιατί δεν μπορώ να τον γουστάρω.
Γιατί εμένα ποτέ δε με αφορούσε να είμαι -ή να έχω - 
The richest man in Babylon.

Κυριακή 24 Μαΐου 2020

Blood Shot Adult Commitment

Εδώ και κάποιο καιρό νιώθω τριαντάρα - χωρίς να είμαι ακόμα.
Και μ' αρέσει.

Νιώθω πως είναι μια μαγική ηλικία
Είμαι αρκετά νέα για να περνάω το σαββατόβραδό μου σ' ένα πεζούλι πίνοντας αλκοόλ
χωρίς να συνιστώ περίεργο θέμα.
Είμαι αρκετά μεγάλη για να μην εξαρτώμαι από κανέναν.

Είμαι αρκετά μεγάλη για να κάνω το δικό μου.
Όχι από καπρίτσιο·
επειδή το να κάνω αυτό που πρέπει
κι αυτό που περιμένει κανείς από μένα
δεν είναι κάτι που με αφορά.

Νιώθω πιο ελεύθερη από ποτέ,
πιο όμορφη από ποτέ,
πιο χαρούμενη από ... καιρό.

Θυμάμαι τον Ιάσονα να μου λέει πως το αγαπημένο του πράγμα σε μένα
είναι το πόσο αγαπώ τους φίλους μου.

Η σύνθεση των φίλων μου έχει αλλάξει
μετά τον γνωστό διασκεδασμό στο τέλος των σπουδών.

Τώρα έχω φίλες.
Και είναι υπέροχες.
Σχεδόν στεναχωριέμαι για όσους δεν ξέρουν τις φίλες μου.

Η Θεσσαλονίκη είναι μαγική την άνοιξη.
Η άνοιξη είναι μαγική παντού.
Και εκεί γύρω στα τριάντα, είναι μια μαγική ηλικία.

Old enough to pay
Young enough to kick around

Κυριακή 17 Μαΐου 2020

ταπετσαρίες κι αναφιλητά

Δεν συμπαθώ πολύ τις ταπετσαρίες.
Δεν είναι το ίδιο να βάφεις έναν τοίχο με τον να του κολλάς μια ταπετσαρία.

Το βάψιμο συνιστά επεξεργασία και δημιουργία.
Η ταπετσαρία είναι κάτι που κρύβει.
Η ταπετσαρία είναι το περιτύλιγμα του δωματίου·
αργά ή γρήγορα πρέπει να το βγάλεις για να ανακαλύψεις το περιεχόμενο.

Οι ταπετσαρίες μου φέρνουν στο μυαλό τσακισμένες γωνίες.
Γωνίες που ξεκόλλησε ένα παιδί από περιέργεια και που έτσι
τσακισμένες και σκονισμένες είναι αδύνατον να κολλήσουν ξανά.
Σαν τη γωνία από την ταυτότητά μου.
Πάντα λέω πως έγινε από το βάλε-βγάλε στο πορτοφόλι,
αλλά δεν έγινε έτσι.

Έγινε γιατί ήμουν ένα παιδί με περιέργεια
και δοκίμαζα πόσο καλά είναι κολλημένες αυτές οι πλευρές μεταξύ τους;
Πόσο χοντρό είναι το χαρτί στο εσωτερικό της;
Είναι γαλάζιο το χαρτί ή το πλαστικό πάνω του;

Οι ταπετσαρίες, τα αυτοκόλλητα, κι όλα τα πράγματα που κολλάνε
είναι γραφτό να ξεκολλήσουν.
Να τα ξεκολλήσουν.
Να καταστραφούν με κάποιον τρόπο.
Η κόλλα είναι προσωρινή.
Η κόλλα σε προκαλεί να δοκιμάσεις την αντοχή της.

Η μπογιά δεν το κάνει αυτό.
Τα καρφιά δεν το κάνουν αυτό.

Πώς λοιπόν μπορεί ένας άνθρωπος να ζει σε ένα σπίτι με ταπετσαρία;
Πώς νιώθει ασφάλεια και σιγουριά και μονιμότητα;

Όχι, οι ταπετσαρίες είναι για προσωρινά σπίτια.
Για εκείνα που πηγαίνεις με ανθρώπους που δε θα έπρεπε να πηγαίνεις.
Για εκείνα που πηγαίνεις για μυστικές συναντήσεις.
Μέχρι να βρεις άλλο τρόπο.
Μέχρι να βρεις άλλο χώρο.
Ένα χώρο του οποίου θα βάψεις τον τοίχο.

Δεν είναι απλό πράγμα να βάφεις έναν τοίχο.
Δεν είναι απλό πράγμα να διαλέγεις πώς θα είναι το δωμάτιο
που θα φιλοξενήσει τα αναφιλητά σου.
Και τα αναλγητικά σου.

Κι όλα τα λάθη που δε θα διορθώνονται πια τόσο εύκολα
όσο ξεκολλώντας μια ταπετσαρία.

Τα λάθη στα βαμμένα δωμάτια είναι μόνιμα.

Τέτοια θέλω να κάνω.



Τρίτη 5 Μαΐου 2020

I never stick around quite long enough to make it

Κάθε φορά που μετακομίζω -κι έχω μετακομίσει πολλές φορές-
σκέφτομαι το Life for Rent της Dido.
Το ίδιο και κάθε φορά που θέλω να μετακομίσω.
Σήμερα αυτά τα δύο συνδυάζονται
με έναν τρόπο τρομερά λυτρωτικό.
Με όλη την ελευθερία και την αισιοδοξία του
"το θέλω και θα το κάνω".

Αυτό από μόνο του δε μου προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση
γιατί συνήθως έτσι συμβαίνει η ζωή μου.
Το θέλω,
το κάνω.
Το μαθηματικό μυαλό μου θέλει να βάλει το σύμβολο της συνεπαγωγής (=>)

Τα μαθηματικά σύμβολα είναι σημαντικά.
Σημαντικότερο ίσως όλων είναι το "ισοδυναμεί" ( <=>).
Αυτό που δηλώνει τις ικανές και αναγκαίες συνθήκες.
Μου αρέσει να δίνω τέτοιους χαρακτηρισμούς στις συνθήκες της ζωής μου.
Έχει σημασία να ξέρεις τι είναι αναγκαίο
και τι είναι απλώς ικανό.

Θέλω έναν τύπο ικανό και αναγκαίο.
Θέλω να του είμαι ικανή και αναγκαία.

Αλλά πιο πολύ απ' όλα ξέρεις τι θέλω;

Θέλω αυτό το σπίτι που θα είναι δικό μου.

Δεν ταυτίζομαι απολύτως με τη Dido,
δεν ισχύει πως I haven't ever found a place that I call home.

Ταυτίζομαι όμως με τη γενικότερη ψυχολογία του τραγουδιού,
γιατί όλα μου τα σπίτια -που σπίτια μου τα ένιωσα- 
έχουν ένα κοινό με όλες τις ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου:
τη δυσάρεστη βεβαιότητα πως είναι προσωρινά.

Αν είναι λοιπόν, να ανακεφαλαιώσω,
θέλω ένα σπίτι χωρίς ημερομηνία λήξης·
μια ευτυχία χωρίς ημερομηνία λήξης.

Και ξέρεις, το αντίθετο του προσωρινά δεν είναι το μόνιμα.
Είναι το  ε λ ε ύ θ ε ρ α .
At will, που λέγαμε και πριν.

Κι αν μιλάμε για πιο απλές επιθυμίες,
τότε το μόνο που θέλω
είναι να ξαπλώσω ανάσκελα στο laminate πάτωμα.


Πέμπτη 23 Απριλίου 2020

fire at will

Το πρώτο βράδυ που έμεινα σε αυτό το σπίτι ήταν πριν σχεδόν ακριβώς ένα χρόνο.
Το δεύτερο βράδυ που έμεινα σε αυτό το σπίτι, ήταν πριν ακριβώς 23 μέρες.
Σαν ψέμα.

Το πρώτο βράδυ που γύρισα σε αυτό το σπίτι
ήμουν μεθυσμένη
ήμουν χαρούμενη
ήμουν μαζί με κάποιον.
Στο μυαλό μου είχε κολλήσει το Lucretia my reflection.

Το δεύτερο βράδυ που γύρισα σε αυτό το σπίτι
ήμουν νηφάλια
ήμουν χαρούμενη
ήμουν με φίλο που κουβαλούσε τη βαλίτσα μου.
Εγώ κουβαλούσα το Lucretia my reflection

Το εικοστό-τέταρτο απόγευμα σε αυτό το σπίτι
νιώθω μία θλίψη·
απ' αυτή την προσωρινή μα έντονη θλίψη,
που σε κάνει να νομίζεις πως πράγματι κρύφτηκε ο ήλιος.

Μίλησα στο τηλέφωνο με την αγαπημένη μου φίλη.
Η φωνή της έκανε τον ήλιο να ξαναβγεί.

Όλα θα πάνε καλά, ξέρεις.
Κι αν δεν πάνε, θα το διαχειριστούμε.
Ακόμα κι αν δε γίνουμε τίποτα άλλο,
θα έχουμε γίνει μάστερ στη διαχείριση.

Δε βαριέσαι.
Shoot to kill.


Αυτό το τραγούδι νιώθω πως είναι μέσα στους τοίχους αυτού του σπιτιού.
Αυτού του μικρού, γλυκού, τόσο δικού μου σπιτιού.


I hear the sons of the city and dispossessed

Get down, get undressed

Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

η ευφορία του κουδουνίσματος

Δεν είναι θλιβερό που μας παρέχει προσωρινή ευτυχία ένα κουδούνισμα;
Ένα μήνυμα στο βάιμπερ.
Ένα ματς στο τίντερ.
Γκλιν-γκλον η λήψη τόρρεντ ολοκληρώθηκε.

Ξέρεις τι μου λείπει;

Ο ήχος από ποτήρια που τσουγκρίζουν.
Ο άγνωστος που θα σε σπρώξει —κάτα λάθος ή επίτηδες—
θα γνωριστείτε και θα πιείτε σφηνάκια.
Ίσως κοιμηθείτε και ξυπνήσετε μαζί —ίσως και όχι.

Μου λείπει να πηγαίνω στον dj και να ρωτάω
"πώς λέγεται αυτό το κομμάτι"
γιατί και το shazam είναι παρεμβολή στις ανθρώπινες σχέσεις.

Ανυπομονώ να κατέβω τα σκαλάκια στο στέκι μου
να αγκαλιαστώ σφιχτά με τη σερβιτόρα
και να μου βάλει ένα Tullamore σκέτο χωρίς να ρωτήσει τίποτα.


Κυριακή 5 Απριλίου 2020

The saddest thing that I've ever seen*

Ζούμε στα μπαλκόνια μας.
Στα σπίτια μας ζούσαμε και πριν,
μα τώρα ζούμε και στα μπαλκόνια μας.

Έχω καινούριο μπαλκόνι, μου αρέσει εκεί που κοιτάει.
Η αυλή του σχολείου είναι άδεια
αλλά δεν ξέρω αν ευθύνεται η καραντίνα
ή αν κάτι άλλο το είχε οδηγήσει στην εγκατάλειψη νωρίτερα.

Ο κατηφορικός κεντρικός που περνάει στα δεξιά μου
οδηγεί το νερό της βροχής μακριά
και αυτό το βρίσκω κάπως ανακουφιστικό,
όπως κάθε νερό που κυλάει.
Είναι μια αστική εκδοχή από κάποιο ποτάμι.

Στέκομαι όρθια ακουμπώντας στην κάσα της μπαλκονόπορτας,
μυρίζω τον ζεστό γαλλικό μου,
κι αναζητώ ανθρώπους στα απέναντι μπαλκόνια.

Ένα μεγάλο δέντρο κρύβει τους δύο μεσαίους ορόφους
της απέναντι πολυκατοικίας.
Ίσως παλιά να το θεωρούσαν προστασία της ιδιωτικότητάς τους
κι ίσως τώρα να το θεωρούν έναν έξτρα τοίχο
που συμβάλλει κι αυτό στην απομόνωση.
Ίσως και όχι.
Πώς να σε ενοχλεί ένα δέντρο;

Δεν υπάρχει πια απέναντι τραπέζι·
παραδίπλα σκαμπό·
ο όμορφος ντιτζέυ·
και ο παιχνιδιάρης μπάρμαν.
Υπάρχει μόνο το απέναντι μπαλκόνι·
άνθρωποι που καπνίζουν έξω από την κουζίνα·
άνθρωποι που πίνουν έξω από το σαλόνι.

Κι ίσως μια μέρα να δω κάποιον να βγάζει βόλτα ένα μπαλόνι.

* Editors - Smokers outside the hospital doors

Μαρμελάδα

​Το χρώμα της μαρμελάδας μύρτιλο με εντυπωσίασε μόνο την πρώτη φορά.  Υστερα ήταν πάντα χειρότερο απ' ό,τι το θυμόμουν. Κι εσείς νομίζετ...