Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2008


Μ'αγαπάς όπως ο Χόλντεν- τρυφερά και προστατευτικά.
Εγώ σ'αγαπώ σαν τη Λορίν- κυκλοθυμικά και τελεσίδικα.

.+-

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

δε θέλω αλήθεια,μαγεία θέλω!*

Από χτες με έχει πιάσει μια αχαλίνωτη επιθυμία να ξαναδιαβάσω το ο άνεμος κουβάρι.Διάβαζα σήμερα ένα απ’τα πολλά γράμματα της Μαλβίνας και σκεφτόμουν πως για να καταλάβεις αυτό το βιβλίο πρέπει να είσαι φουλ ερωτευμένος. Εγώ γιατί την καταλάβαινα;

Επειδή χτες ήταν τόσο όμορφη βραδιά. Ενώ καθόμασταν πίσω και ακούγαμε ήσυχα ήσυχα τη συναυλία, ξαφνικά λες γεμάτος ενθουσιασμό «πάμε μπροστά?». Την επόμενη στιγμή τρέχαμε όλοι μαζί και σπρώχναμε κόσμο και τελικά βγήκαμε εκεί που γινόταν ο χαμός. Μου είπες «πρόσεχε να μη με χάσεις» και σε άκουσα. Πιάστηκα απ’ τη μπλούζα σου και δε σ’άφηνα. Εγώ κρατιόμουν πάνω σου κι εσύ σκουντιόσουν μ’όποιον έβρισκες μπροστά σου –πάντα με μένα γατζωμένη στο στήθος σου, σαν να είμαι ένα μικρό καγκουρώ σε μάρσιπο! Είχε σηκωθεί τόση σκόνη που δεν μπορούσαμε να πάρουμε καλά ανάσα, μα περνούσαμε τόσο καλά. Είχαμε ιδρώσει πολύ μα μου φαινόταν πως μύριζες ακόμα άρωμα.

Ξέρεις, δε χρειάζεται να κάνεις τίποτα. Είμαι χαρούμενη έτσι.

Βγήκα για λίγο απ’το σώμα μου και σκεφτόμουν πως εμείς οι δύο είμαστε κάποιοι άγνωστοι που τους παρατηρώ. Διαπίστωσα με σιγουριά πως θα’λεγα «δες πως ταιριάζουν». Μου φτάνει αυτό.

Μετά συνέχισα να διαβάσω τον άνεμο κουβάρι. Η Λωρίν ήταν στο σπίτι του και εκείνος τη ρώτησε «γλυκό μου παιδί να σου φτιάξω ένα ωραίο καφεδάκι?». Γλυκό μου παιδί. Στ’ ορκίζομαι δεν το κάνω επίτηδες, μα όταν ψάχνω πρωταγωνιστές μόνο εμείς μου ερχόμαστε στο μυαλό.

Κι ύστερα είναι και το άλλο. Όταν ο Μπουλάς τραγουδούσε δεν είναι αγάπη/ δεν είναι αγάπη αυτό που ζούμε είναι σου λέω πανικός/ ένας μικρός τιτανικός ήθελα τόσο πολύ έτσι όπως ήμουν να γείρω πίσω και να στηρίζομαι πάνω σου. Κι όταν ένα τραγούδι μας άρεζε –μας αρέσουν τα ίδια τραγούδια,ε?- και σηκώναμε ψηλά τα χέρια και κατά λάθος ενώνονταν. Μακάρι να ενώνονταν επίτηδες.

Σήμερα αγόρασα τέσσερα μετάλλινα βραχιόλια και τα φόρεσα όλα στο ίδιο χέρι. Και αναρωτήθηκα: αν μ’ έβλεπες τώρα με ένα μαύρο αέρινο φόρεμα και τα αιγυπτιακά μου βραχιόλια, θα σου άρεζα?

Έπειτα άνοιξα το ράδιο και ..

Εγώ άμα σε φιλώ/ θα είμαι πια παιδί δικό σου.

δικό σoυ!

όλη αυτή την ώρα σκεφτόμουν :

ζούμε όλοι σ'ένα λούνα πάρκ, σ'ένα λούνα παρκ του δρόμου

με ένα όνειρο στο βάθος, στο βάθος του διαδρόμου..

*ο τίτλος επίσης ατάκα της Μαλβίνας σύμφωνα με το βιβλίο

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008

σε θυμάμαι, τι να πω..

Με συγχωρείς που δε σου έχω γράψει ακόμα. Δε θέλω να νομίσεις πως ανήκω στους ανθρώπους που δεν εννοούν αυτά που λένε και που δίνουν υποσχέσεις ξέροντας την ίδια στιγμή πως θα τις αθετήσουν. Απλούστατα δεν ξέρω τι να σου γράψω. Θα το έβρισκα πολύ εύκολο αν έπρεπε να το κάνω σε ένα κομμάτι θαμπό γυαλί. Ένα κομμάτι θαμπό γυαλί δε σ’ αφήνει να φλυαρήσεις, σου βγάζει τον λακωνικό εαυτό σου, αυτόν που λέει μόνο όσα θέλει να πει.

Ένα γράμμα βλέπεις προυποθέτει ένα κομμάτι χαρτί που διπλωμένο να μπαίνει σε φάκελο. Σε εκβιάζει να γράψεις πολλά. Γι αυτό κι εγώ αν σου στελνα γράμμα, μόνο θα σκιζα άτσαλα ένα κομμάτι όσο το περιτύλιγμα από ένα σοκολατάκι ξεδιπλωμένο και θα γραφα μέσα μόνο μια ή δύο λέξεις. Ίσως κιόλας χωρίς στυλό. Με μολύβι για τα μάτια ή με κραγιόν (κι ας μη φοράω ποτέ, μόνο για να μην είναι βαρετό)

_.΄΄*΄΄._.΄΄*΄΄._

Σε αντιπαθώ επειδή μου δίνεις την εντύπωση πως δεν αγαπάς τίποτα. Και δεν κατηγορείς τους άλλους που δε σου έμαθαν να αγαπάς. Δεν μπαίνεις καν στο τριπ να κατηγορήσεις κάποιον. Γιατί δε σου λείπει. Την αποφεύγεις, τη διώχνεις, δεν τη θες στη ζωή σου. Κι είσαι ένταξει έτσι. Δε σε μπορώ.

_.΄΄*΄΄._.΄΄*΄΄._

Εγώ ήθελα να είμαι εκεί να με κρατάς και να με λες μικρή σου, να μου χαιδεύεις τα μαλλιά και να ξέρεις τι σκέφτομαι όταν κλείνω τα μάτια μου και τι θέλω όταν τα’χω ανοιχτά. Ξανακύλησα κι εσύ δεν το ξέρεις. Και πώς να ξέρεις άραγε πόσο με πληγώνουν τα λόγια σου ώρες ώρες..

Κι όμως δε με θλίβουν, με πληγώνουν μόνο. Στιγμιαία. Μάρθα ξέρεις τι? Θλίψη και γελαστή γίνεται =)

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

something in the air..


-->
Χτες το βράδυ, μέσα σε ένα ρέγκε καραβάκι την ώρα που αυτό βρισκόταν στην άκρη της επιτρεπόμενης βόλτας του, το φεγγάρι βρισκόταν ένα κλικ πριν να δύσει. Κι είχε κάτσει πάνω ακριβώς από ένα άλλο καραβάκι κι ήταν σαν προβολέας που το φώτιζε.


Εκείνη ακριβώς τη στιγμή διάλεξα για να σκεφτώ τις πιθανότητες που έχουμε να βγουν τα σχέδιά μας. Σκεφτόμουν πως όσες ώρες κι αν έχουμε ξοδέψει σχεδιάζοντας μια κατάσταση ή ένα ταξίδι, μια συζήτηση ή μια συνάντηση, ακόμα κι αν έχουμε σκεφτεί όλα τα κατά τη γνώμη μας πιθανά σενάρια, ε, ακόμα και τότε υπάρχει κάτι που θα γίνει μετά που ούτε είχε περάσει απ το μυαλό μας.



Αλλά είναι ωραίες οι εκπλήξεις, κι αυτές τις απρόσμενες αλλαγές στο πρόγραμμα που είχαμε φτιάξει, έτσι πρέπει να τις δεχόμαστε, σαν εκπλήξεις. Και να γελάμε και να λέμε «κοίτα να δεις τώρα, είναι δυνατόν?!?!». Να δέχεσαι τις εκπλήξεις είναι να φτιάχνεις αυτό το πρόγραμμα με σκοπό να μην το τηρήσεις.



Θυμήθηκα μια αγγλική παροιμία που άκουσα χτες βράδυ καταμεσίς του θερμαικού:
If you always do what you always did you will always have what you’ve always got!
Ε τώρα αυτό αλήθεια δεν είναι? Δλδ σταμάτα ρε άνθρωπε να αντιδράς πάντα με τον ίδιο τρόπο, γιατί ακόμα κι όσα σου φαίνονται ολόιδια, δεν είναι!!

Μετά γύρισα σπίτι κι είδα στον ύπνο μου πως ξανασυνάντησα εκείνο τον άγνωστο..εκείνο τον άγνωστο που είδα τυχαία 2 φορές μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες. «Αν εύχομαι συνέχεια να τον ξαναδώ, θα τον ξαναδώ?», αναρωτήθηκα. Και ευχόμουν μ’ όλη τη δύναμή μου να τον δω άλλη μια φορά, μόνο μια ακόμα φορά. Και τον είδα. Στ’ όνειρό μου. Κι ήταν τόσο γλυκό όνειρο. Βρεθήκαμε στο κέντρο της πόλης και κάναμε κι οι 2 σαν να γνωριζόμασταν από πάντα και κάναμε σα χαζά ερωτευμένα παιδάκια και κανείς δεν παρεξηγούσε την υπερβολή του άλλου και θέλαμε μόνο να κρατιόμαστε αδιάκοπα.

Update (16/10/2015): αυτόν τον άγνωστο που λέτε, τον γνώρισα τυχαία, δύο χρόνια μετά σε κάποιο πάρτυ. Κάναμε πολύ καλή παρέα, φλερτάραμε πολλή ώρα και πολύ ωραία μέχρι την ώρα που έφυγε. Έκανα άλλα δύο χρόνια να τον ξαναδώ, τυχαία πάλι, στο αγαπημένο μου μπαράκι. Αυτός ο άγνωστος δεν είναι κανένας σημαντικός άνθρωπος στη ζωή μου, είναι όμως ένας όμορφος άγνωστος που κάποτε -χωρίς καν να το θυμάμαι- ευχόμουν μ' όλη τη δύναμή μου να τον γνωρίσω. Και τον γνώρισα. Αυτό είναι το point του update. :)

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008

in the mood for love

Είναι αυτό που όταν κοιτάς έξω νομίζεις πως σου ανήκει όλος ο κόσμος. Και τα δέντρα απέναντι, και η ανοιχτωσιά, και τα πεζοδρόμια μέχρι κι η θάλασσα κι ο ουρανός. Αλλά δε θέλεις να τα έχεις, θες κάπου να τα χαρίσεις.

Είναι να ακούς συνεχώς τραγούδια αγάπης και απόλυτης αφωσίωσης, να έχεις καψουρευτική διάθεση του στυλ love is in the air και να μην έχεις κανέναν στο μυαλό σου. Να είσαι ερωτευμένος με την εικόνα του εαυτού σου όταν είναι ερωτευμένος.

Να θέλεις κάποιον να κρατάς απ’ το χέρι, να σε σηκώνει ψηλάαααα και να σε κάνει σβούρες, να σε παίρνει αγκαλιά και να αποκοιμιέσαι όταν σου χαιδεύει τα μαλλιά. Αλλά να μη σε πειράζει που όλο αυτά δεν τα έχεις, φτάνει που είσαι in the mood for love.

Και είναι υπέροχο να ακούς «θέλω τη μέρα που θα φύγεις απ’ το πρωί να μου γελάς κι όταν την πόρτα θα ανοίγεις να είναι σαν να μ ‘ αγαπάς» γιατί δεν υπάρχει κανείς για να φύγει! Ακόμα και το «ψυχή βαθειά» είναι ωραίο να ακούς γιατί ο άλλος τα ‘χει πάρει και ξεσπάει και στο ρεφραίν λέει ότι, κλάιν δεν πειράζει, αυτός την αγαπάει. Αλλά εσύ δεν έχεις κανέναν να του θυμώσεις και να γκρινιάζεις και να νιώθεις αδικημένος. Αλλά σκέφτεσαι πως και να είχες πάλι «δε θες αλλού να πας, εσύ όταν αγαπάς είσαι ψυχή βαθειά»!

..πού να’σαι τώρα που γυρνάς, ποιο κύμα σε παίρνει, ποιο όνειρο τσαλαπατάς και ποιος σ’ ανασταίνει..

Και το μαγικό είναι πως παρόλο που δε ζεις τίποτα από όλα αυτά κι όμως νιώθεις νοσταλγία με τους στίχους κι η φωνή του θηβαίου σε πεθαίνει έτσι όπως φωνάζει σιγανά και ξαφνικά θες να ερωτευτείς με όλο το είναι σου και να μαλώσεις, να χωρίσεις και να μετανιώσεις μόνο για να μπορείς να φωνάζεις κι εσύ χωρίς ένταση και να γκρινιάζεις με γλυκό τρόπο και να φας τα μούτρα σου αλλά να το ‘χεις διαλέξει εσύ..

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008

τι ζήλεψες τι τα 'θελες τα ένδοξα Παρίσια?

Κι αν είμαι στα αλήθεια σε κάτι καλός, φοβάμαι πως είναι το αμήχανο βήμα

Ο καλοκαιρινός μου εαυτός πέρασε. Ο ανοιξιάτικος πέρασε κι αυτός. Είναι επειδή πέρασε η 31η Αυγούστου, εκείνη η μέρα με τον υπέροχο καιρό, τον ανοιξιάτικα καλοκαιρινό, με τη δροσερή ζέστη και τον ευγενικό αέρα. Αν και τώρα που το σκέφτομαι πάλι ο καιρός θυμίζει άνοιξη και καλοκαίρι σε σύνθεση, μόνο εγώ δεν μπορώ να το δω έτσι, ίσως να μη θέλω να το δω έτσι. Ίσως είμαι τόσο εγωίστρια που δεν μπορώ να κάθομαι μέσα με ένα κάρο ασκήσεις με μιγαδικούς αριθμούς («κύριε, στα αγγλικά οι μιγαδικοί είναι bastards?») και τα δέντρα απέναντι να κάνουν πανηγύρι.

Αλλά το πιθανότερο είναι πως δε φταίει ο καιρός. Φταίει η εποχή κι όχι η εποχή του χρόνου. Η εποχή του χρόνου. Είναι όταν τελειώνουν οι διακοπές και γυρνάς πίσω και μέχρι να θυμηθείς το περσινό προγραμμα και να συμμορφοθείς σ’ αυτό, συνέχεια ψάχνεις τι και ποιος λείπει. Και νιώθεις πως σε κάποιον κάτι χρωστάς ή πως εκείνος κάτι σου χρωστάει αλλά και πάλι δε βρίσκεις τίποτα που να δικαιολογεί αυτές τις σαχλές τύψεις και απαιτήσεις.

Κι όμως όταν άκουσες στο ραδιόφωνο «πώς να κρατήσει το κορμί απόψε η νύχτα/ τώρα που ο κόσμος έχει χάσει μια στροφή/εγώ δε μίλησα για θαύματα δεν είπα/ που δε σου στάθηκε κανένας πιο πολύ» νόμισες πως σε εκφράζει και πως εσύ έχεις χάσει μια στροφή και απελπίστηκες που δεν μπορείς να πάρεις πίσω αυτό που έχασες κι ας μην ξέρεις ακόμα τι είναι.

Και τέλος πάντων αφού δεν ξέρεις ούτε τι, ούτε ποιος μα ούτε και πότε, τότε τι είναι αυτό που τόσο σου λείπει και έχεις την αδικαιολόγητη πεποίθηση πως όλα θα άλλαζαν αν αυτό ήταν εδώ. Παράπονο, αυτό είναι. Ξεχειλίζεις από λογιών λογιών παράπονα που ούτε εσύ μπορείς να ταξινομήσεις ,μόνο στεναχωριέσαι . και θυμάσαι αυτό που σου είπε η κολλητή σου όταν σε χαιρετούσε προχθές : ξέρεις τι θυμήθηκα τώρα; Τότε που σου είχα δώσει εκείνα τα λεφτά που χρειαζόσουν..και μου είπες πως κανένας άλλος δε θα το κανε αυτό. Μετά έκλαιγα.

Κι αυτό σε κάνει τόσο πολύ να χαμογελάς και να κλαις από χαρά κι όχι από θυμό ούτε τίποτα τέτοιο, μόνο από απέραντη ευτυχία, γιατί αν δεν ξέρεις τι λείπει, ξέρεις όμως τι είναι εδώ και ξέρεις πως ποτέ δε θα φύγει. Κι αυτό είναι οι άνθρωποι, οι άνθρωποι που ακόμα κι όταν σου κάνουν παράπονα είναι για καλό και που τους θυμώνεις το πολύ για καμιά ώρα. Και που έχουν θυσιάσει τόσα για σένα και- Α! Να επιτέλους αυτό που χρωστάς! Νιώθεις πως τους χρωστάς όλα αυτά που δώσανε κι ότι δεν είσαι τόσο πολύ καλός για να τα αξίζεις , αλλά είναι περίεργο πάλι γιατί έχετε τόσο ανιδιοτελείς σχέσεις που είναι ξένο εντελώς να χρωστάτε ο ένας στον άλλον. Τελικά νιώθεις απλώς πως χρωστάς στον εαυτό σου, ύστερα από 10 χρόνια να κάνεις για κάποιον όσα έκαναν κι αυτοί για σένα.

Και ξαφνικά η μέρα άρχισε, ξύπνησες in bed on fire with passion and love, κοιτάχτηκες στον καθρέφτη και λάτρεψες τη στιγμή που το δέρμα σου είναι πιο λευκό από ποτέ, τα μάτια σου μοιάζουν πιο πολύ στο χρώμα του λαδιού και τα μαλλιά σου σε εκείνο του δαμάσκηνου. Ετοίμασες με όρεξη το πρωινό σου –παρόλο που μετά το άφησες σε μια γωνία και ξέχασες να το φας. Ξέχασες γιατί ήσουν πολύ απορροφημένη σχεδιάζοντας τη μέρα.

Ύστερα αναρωτήθηκες τι ώρα είναι, αν σου πάει το πορτοκαλί και τι να φανερώνει άραγε το βήμα σου.


Παρασκευή 29 Αυγούστου 2008

Μέρες που μοιάζαν με μύρτιλλο*

Δεν είναι φοβερό πράγμα να ξυπνάς με κέφια? Νομίζω πως το ξυπνητήρι μου έχει αναλάβει αυτόν το ρόλο, του κάποιου που φροντίζει να ξυπνάω ξέγνοιαστη. Κάθε φορά που το ακούω νομίζω πως κάποιος χοροπηδάει στο κρεβάτι και τραγουδάει "this bed is on fire with passion and love"! Μετά δυναμώνει και μου 'ρχεται και μένα να ανακαθίσω και να αρχίσω να χτυπιέμαι σαν χαζό τραγουδώντας τη συνέχεια. Μετά θα κοιταζόμουν στον καθρέφτη για να δω αν σήμερα ξύπνησα με άσπρο και ματ δέρμα ( οι μέρες που γίνεται αυτό είναι οι αγαπημένες μου! Αλλά δεν ξέρω δυστυχώς από τι εξαρτάται για να το μονιμοποιήσω)

Σήμερα το πρωί έφτασα πολύ νωρίς για μάθημα κι έτσι πήγα πρώτα να πιω έναν καφέ. Και μου φάνηκε πάρα πολύ νόστιμος. Δεν ξέρω αν έφταιγε που ανακάτεψα τη σαντιγί αντί να τη φάω (δεν είχα όρεξη για σαντιγί αλλά ξέχασα να πω να μη μου βάλουν) ή απλώς που ήθελα τόσο πολύ να πιω μόνη μου έναν καφέ με σιρόπι φουντούκι την ώρα που θα διορθώνω τις ασκήσεις μου και θα κοιτάω τη θάλασσα. Ή μάλλον όχι τη θάλασσα. Αυτούς που κρύβουν τη θάλασσα επειδή περνάν φουριόζοι μπροστά απ την τζαμαρία. Όλοι έχουν κάπου να πάνε στις 9 το πρωί.

Θέλω όλες τις 289 μέρες που έμειναν να ξυπνάω κάθε μέρα με το Laid των James, να έχω λευκό και μη γυαλιστερό δέρμα, διάθεση για χοροπήδημα στο κρεβάτι και στην ατμόσφαιρα να πλανιέται μυρωδιά blueberry. blueberry blueberry blueberry!!! Θέλω αυτή την αίσθηση που σου δίνει το οι νύχτες μου μακριά σου, η πικρόγλυκη νοσταλγία χωρίς κατάθλιψη του Τζουντ, η αισιοδοξία της Νόρα Τζόουνς και η σιγουριά της Νάταλι Πόρτμαν. Και κάποιος που μπαίνει σε ένα μπαρ και τρώει μία πίτα με μύρτιλλα μόνο και μόνο για να μη μείνει πάλι στο ψυγείο ανέγγιχτη. Και τώρα που μιλάμε θέλω κι εγώ μια πίτα με μύρτιλλα, με το Τζουντ για γκαρσόν κατά προτίμηση και βανίλια παγωτό!




* παράφραση του "μέρες που μοιάζαν με μανταρίνι" της Σώτης Τριανταφύλλου

Κυριακή 24 Αυγούστου 2008

ένα ανώνυμο σχόλιο

"Δυστυχώς, τίποτα δεν παγώνει και όλα αλλάζουν. Και ξεχνιούνται. Όταν σ' αρέσουν τα πάντα, αυτό γίνεται."

Κι όταν δε σ'αρέσει τίποτα αυτό γίνεται. Η διαφορά είναι πως αν σ'αρέσουν όλα ακόμα και τη στιγμή που θα πάψει η αισιοδοξία θα θυμάσαι πως κάποτε κάτι αγάπησες. Ξέρω υπάρχει και η μέση κατάσταση.Αλλά ρε αδερφέ, δεν είναι γι αυτή τη ζωή οι μετριότητες.. =)

Μαρμελάδα

​Το χρώμα της μαρμελάδας μύρτιλο με εντυπωσίασε μόνο την πρώτη φορά.  Υστερα ήταν πάντα χειρότερο απ' ό,τι το θυμόμουν. Κι εσείς νομίζετ...