
Εγώ σ'αγαπώ σαν τη Λορίν- κυκλοθυμικά και τελεσίδικα.
.+-
Από χτες με έχει πιάσει μια αχαλίνωτη επιθυμία να ξαναδιαβάσω το ο άνεμος κουβάρι.Διάβαζα σήμερα ένα απ’τα πολλά γράμματα της Μαλβίνας και σκεφτόμουν πως για να καταλάβεις αυτό το βιβλίο πρέπει να είσαι φουλ ερωτευμένος. Εγώ γιατί την καταλάβαινα;
Επειδή χτες ήταν τόσο όμορφη βραδιά. Ενώ καθόμασταν πίσω και ακούγαμε ήσυχα ήσυχα τη συναυλία, ξαφνικά λες γεμάτος ενθουσιασμό «πάμε μπροστά?». Την επόμενη στιγμή τρέχαμε όλοι μαζί και σπρώχναμε κόσμο και τελικά βγήκαμε εκεί που γινόταν ο χαμός. Μου είπες «πρόσεχε να μη με χάσεις» και σε άκουσα. Πιάστηκα απ’ τη μπλούζα σου και δε σ’άφηνα. Εγώ κρατιόμουν πάνω σου κι εσύ σκουντιόσουν μ’όποιον έβρισκες μπροστά σου –πάντα με μένα γατζωμένη στο στήθος σου, σαν να είμαι ένα μικρό καγκουρώ σε μάρσιπο! Είχε σηκωθεί τόση σκόνη που δεν μπορούσαμε να πάρουμε καλά ανάσα, μα περνούσαμε τόσο καλά. Είχαμε ιδρώσει πολύ μα μου φαινόταν πως μύριζες ακόμα άρωμα.
Ξέρεις, δε χρειάζεται να κάνεις τίποτα. Είμαι χαρούμενη έτσι.
Βγήκα για λίγο απ’το σώμα μου και σκεφτόμουν πως εμείς οι δύο είμαστε κάποιοι άγνωστοι που τους παρατηρώ. Διαπίστωσα με σιγουριά πως θα’λεγα «δες πως ταιριάζουν». Μου φτάνει αυτό.
Μετά συνέχισα να διαβάσω τον άνεμο κουβάρι. Η Λωρίν ήταν στο σπίτι του και εκείνος τη ρώτησε «γλυκό μου παιδί να σου φτιάξω ένα ωραίο καφεδάκι?». Γλυκό μου παιδί. Στ’ ορκίζομαι δεν το κάνω επίτηδες, μα όταν ψάχνω πρωταγωνιστές μόνο εμείς μου ερχόμαστε στο μυαλό.
Κι ύστερα είναι και το άλλο. Όταν ο Μπουλάς τραγουδούσε δεν είναι αγάπη/ δεν είναι αγάπη αυτό που ζούμε είναι σου λέω πανικός/ ένας μικρός τιτανικός ήθελα τόσο πολύ έτσι όπως ήμουν να γείρω πίσω και να στηρίζομαι πάνω σου. Κι όταν ένα τραγούδι μας άρεζε –μας αρέσουν τα ίδια τραγούδια,ε?- και σηκώναμε ψηλά τα χέρια και κατά λάθος ενώνονταν. Μακάρι να ενώνονταν επίτηδες.
Σήμερα αγόρασα τέσσερα μετάλλινα βραχιόλια και τα φόρεσα όλα στο ίδιο χέρι. Και αναρωτήθηκα: αν μ’ έβλεπες τώρα με ένα μαύρο αέρινο φόρεμα και τα αιγυπτιακά μου βραχιόλια, θα σου άρεζα?
Έπειτα άνοιξα το ράδιο και ..
Εγώ άμα σε φιλώ/ θα είμαι πια παιδί δικό σου.
δικό σoυ!
όλη αυτή την ώρα σκεφτόμουν :
ζούμε όλοι σ'ένα λούνα πάρκ, σ'ένα λούνα παρκ του δρόμου
Με συγχωρείς που δε σου έχω γράψει ακόμα. Δε θέλω να νομίσεις πως ανήκω στους ανθρώπους που δεν εννοούν αυτά που λένε και που δίνουν υποσχέσεις ξέροντας την ίδια στιγμή πως θα τις αθετήσουν. Απλούστατα δεν ξέρω τι να σου γράψω. Θα το έβρισκα πολύ εύκολο αν έπρεπε να το κάνω σε ένα κομμάτι θαμπό γυαλί. Ένα κομμάτι θαμπό γυαλί δε σ’ αφήνει να φλυαρήσεις, σου βγάζει τον λακωνικό εαυτό σου, αυτόν που λέει μόνο όσα θέλει να πει.
Ένα γράμμα βλέπεις προυποθέτει ένα κομμάτι χαρτί που διπλωμένο να μπαίνει σε φάκελο. Σε εκβιάζει να γράψεις πολλά. Γι αυτό κι εγώ αν σου στελνα γράμμα, μόνο θα σκιζα άτσαλα ένα κομμάτι όσο το περιτύλιγμα από ένα σοκολατάκι ξεδιπλωμένο και θα γραφα μέσα μόνο μια ή δύο λέξεις. Ίσως κιόλας χωρίς στυλό. Με μολύβι για τα μάτια ή με κραγιόν (κι ας μη φοράω ποτέ, μόνο για να μην είναι βαρετό)
_.΄΄*΄΄._.΄΄*΄΄._
Σε αντιπαθώ επειδή μου δίνεις την εντύπωση πως δεν αγαπάς τίποτα. Και δεν κατηγορείς τους άλλους που δε σου έμαθαν να αγαπάς. Δεν μπαίνεις καν στο τριπ να κατηγορήσεις κάποιον. Γιατί δε σου λείπει. Την αποφεύγεις, τη διώχνεις, δεν τη θες στη ζωή σου. Κι είσαι ένταξει έτσι. Δε σε μπορώ.
_.΄΄*΄΄._.΄΄*΄΄._
Εγώ ήθελα να είμαι εκεί να με κρατάς και να με λες μικρή σου, να μου χαιδεύεις τα μαλλιά και να ξέρεις τι σκέφτομαι όταν κλείνω τα μάτια μου και τι θέλω όταν τα’χω ανοιχτά. Ξανακύλησα κι εσύ δεν το ξέρεις. Και πώς να ξέρεις άραγε πόσο με πληγώνουν τα λόγια σου ώρες ώρες..
Κι όμως δε με θλίβουν, με πληγώνουν μόνο. Στιγμιαία. Μάρθα ξέρεις τι? Θλίψη και γελαστή γίνεται =)

Το χρώμα της μαρμελάδας μύρτιλο με εντυπωσίασε μόνο την πρώτη φορά. Υστερα ήταν πάντα χειρότερο απ' ό,τι το θυμόμουν. Κι εσείς νομίζετ...