Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

όταν αλλάζεις σπίτι...


...αλλάζεις και επιφάνεια εργασίας.

sodade



Saudade (singular) or saudades (plural) is a Portuguese and Galician word for a feeling of nostalgic longing for something or someone that one was fond of and which is lost. It often carries a fatalist tone and a repressed knowledge that the object of longing might really never return.

Saudade differs from nostalgia in that whereas nostalgia involves a mixed happy and sad feeling for the lost memories, saudade involves the hope that what is being longed for might return. Saudade has been described as a "vague and constant desire for something that does not and probably cannot exist ... a turning towards the past or towards the future". A stronger form of saudade may be felt towards people and things whose whereabouts are unknown, such as a lost lover, or a family member who has gone missing.

Saudade was once described as "the love that remains" or "the love that stays" after someone is gone. Saudade is the recollection of feelings, experiences, places or events that once brought excitement, pleasure, well-being, which now triggers the senses and makes one live again. It can be described as an emptiness, like something or someone that should be there in a particular moment is missing, and the individual feels this absence.

cesaria. Απ τις αγαπημένες σου. Sodade.Απ'τα αγαπημένα σου.Σκέφτομαι δύο πράγματα: τη συναυλία που την είδα και μου φάνηκε αγενής.Ανέβηκε στη σκηνή,έκανε τη δουλειά της,είπε μόνο καλησπέρα μετά από κανένα μισάωρο κι όταν τέλειωσε το πρόκαθορισμένο πρόγραμμα,μας σύστησε όλο της το γκρουπ και κατέβηκε απ τη σκηνή.Τρομερά κακή εντύπωση. Απογοητεύτηκες όταν στο είπα.Το άλλο που σκέφτηκα ήταν η ερώτηση που απάντησα στο τρίβιαλ που αν δεν ήσουν εσύ να τη γουστάρεις τόσο δε θα πήγαινα σε συναυλία της και δε θα το ξερα."ποια γνωστή ερμηνεύτρια τραγουδάει πάντα ξυπόλιτη".Βλέμμα "χα,το ξέρω" η δικιά σου και να σου να πέφτουν τα χρωματιστά τυράκια,ή πιτάκια ή πιτσάκια ή όπως αλλιώς λέει καθένας τα τριγωνάκια του τρίβιαλ.

Sodade.

Εδώ η ώρα είναι 18:18,ώρα για ευχές σαν να λέμε. Μπα,εγώ θα περιμένω λίγο ακόμα για ευχή,ελπίζω να μου πάρουν καμιά τούρτα έκπληξη και να κάνω πως ξαφνιάζομαι.Όπως χτες που μόλις πήγε δώδεκα ακριβώς το μονομαχάκι άρχισε να παίζει θέατρο πως και καλά πεθαίνει απ τον πόνο στο στομάχι.Εγώ κατάλαβα πού το πήγαινε αλλά ανησύχησα κιόλας γιατί λέω κάτσε μην έπαθε τίποτα ο άνθρωπος.Μόλις άπλωσα το χέρι μου με τράβηξε και μου είπε "χρόνια σου πολλά". Εκεί η ώρα θα είναι γύρω στις 11 και κάτι,δε λέω και 18 γιατί δεν ξέρω αν αυτό το 7ωρο της διαφοράς μας είναι τόσο ακριβές στα λεπτά.

sodade.

σε είδα σε απόκομμα εφημερίδας,χαζή!Μου την είχε κρατήσει ο μπαμπάς για να μου τη δώσει. Καλά που το θυμήθηκα,να το κολλήσω στην βιβλιοθήκη μαζί με τις άλλες φωτογραφίες σου.Εκείνες τις σαχλες απ την πρώτη γυμνασίου.

Sodade.

Διάβασες την περιγραφή του wikipedia? Άτιμο συναίσθημα αυτή η sodade.


Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

it was a summer or maybe spring,oh,I can't remember



Τις προάλλες σκέφτηκα κάτι για το χειμώνα. Γιατί βγήκα απ'το σπίτι κι είχε καλό καιρό,θα έλεγα χαρούμενο καιρό. Αλλά όχι χριστουγενιάτικα χαρούμενο*καλοκαιρινά χαρούμενο,ανοιξιάτικα χαρούμενο και δεν χαιρόμουν: ήταν out of season χαρούμενο.

Δεν είναι αυτό ο χειμώνας. Ούτε είναι θλίψη ο χειμώνας.Αλλά είναι μουντίλα,είναι σύννεφα,είναι βροχή χωρίς ομπρέλα -πάντα χωρίς ομπρέλα. Είναι το κρύο να σου τρυπάει τα κόκαλα,σκουφιά και γάντια και ζεστές μυρωδιές (σ αυτό βοηθάει το καφεκοπτείο απέναντι).

Θα μου πεις,ξέχασέ τα αυτά,κλιματικές αλλαγές κι άλλος πήγε για μπάνιο την προηγούμενη βδομάδα. Εγώ όταν γεννήθηκα χιόνιζε. Τώρα μπορώ μόνο να ελπίζω σε μία δυνατή δυνατή βροχή. Βρέξε!

it was a summer or maybe spring,oh,I can't recall.

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

this is just an ordinary day

Σήμερα χωρίς ζεστή σοκολάτα: σκούπισμα,σφουγγάρισμα,καθάρισμα μπάνιου,πλύσιμο πιάτων,άπλωμα,σιδέρωμα,τίναγμα χαλιών,παραλίγο και μαγείρεμα αλλά δεν είχα κρέμα γάλακτος για τη σάλτσα. του μπαντ,μ'αρέσει να μαγειρεύω.

Σήμερα με ζεστή σοκολάτα: κωνικές τομές,αλλαγή συστήματος συντεταγμένων και πολικές συντεταγμένες.

Και η ευχή των ημερών : καλή πρόοδο.


Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009

a walk on the wild side

Είναι ωραία τα πλήκρα σ αυτό τον υπολογιστή,μαύρα και μαλακά. Και πριν μαύρα ήταν δηλαδή αλλά όχι μαλακά. Τώρα θα μου πεις πως ψάχνω αφορμές για να μου φαίνονται όλα όμορφα αλλά δε χρειάζομαι αφορμές και δε μ'αρέσουν δα και όλα.

Προσπαθώ να καταλάβω αν σ'αυτή την πόλη τα αυτοκίνητα σταματάνε στις διαβάσεις για να περάσουν οι πεζοί ή αν οι πεζοί σταματάνε τα αυτοκίνητα για να περάσουν. Έχει σημασία. Έχει σημασία για να καταλάβω αν οι άνθρωποι εδώ είναι ευγενικοί ή θρασείς.

Εμένα πάντως μου φαίνονται ευγενικοί. Μου φαίνονται ευγενικοί γιατί πήγα να πάρω μία πάνινη τσάντα coco mat και ο ιδιοκτήτης μου την έδωσε δωρεάν και μάλιστα μου έδωσε δύο τσάντες. Δεν είναι κανένα ακριβό δώρο,2 ευρώ έκανε κανονικά. Αλλά 2 ευρώ είναι 2 καφέδες απ το κυλικείο της σχολής ή ένας καφέ και 2 νερά ή ένας καφές,ένα νερό και rizla ή ένα γεύμα στη λέσχη γιατί δεν πρόλαβα ακόμα να κάνω τα χαρτιά μου και πληρώνω. Και τέλος πάντων 2 ευρώ είναι σημαντικά όταν τα διαχειρίζεσαι εσύ,είναι σημαντικά όταν πρέπει να ξοδέψεις ένα συγκεκριμένο ποσό κάθε μήνα και μ αυτό να πληρώσεις νοίκι,λογαριασμούς κι ό,τι άλλο χρειάζεσαι για να ζήσεις.

Και σήμερα πήγα μόνη μου στο σούπερ μάρκετ. Και όταν πλήρωνα μπήκε μέσα κάποιος ζητιάνος και μιλούσε με την ταμία,γνωρίζονταν. Μου είπε γεια σου,τι κάνεις,σε θυμάμαι. Κι εγώ δεν ήξερα από πού με θυμόταν αλλά του είπα πως είμαι καλά και τον ρώτησα τι κάνει. Ύστερα είπε για όλους έχει ο θεός,κι εγώ τώρα έχω ωραία ρούχα και παπούτσια,ε ωραία δεν είναι? Ήταν όντως ωραία. Για όλους έχει ο θεός,δίκιο δεν έχω? Του είπα πως έχει δίκιο και πήγα να φύγω όταν μου είπε πως τον λένε Κώστα και με ρώτησε το όνομά μου.Του το είπα και μου φίλησε το χέρι.

Μετά πήγα τα ψώνια στο σπίτι κι έκανα βόλτα. Τον είδα στον πεζόδρομο και μου ζήτησε λεφτά. Δε με θυμόταν.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009

τόσο γλυκό το φθινόπωρο αυτό..

Δεν καταλαβαίνω ότι ταξιδεύω από πόλη σε πόλη. Μου φαίνεται πως η μία πόλη είναι η άλλη άκρη της άλλης πόλης πως δηλαδή πηγαίνω πέρα δώθε μέσα σε μία πόλη που χωράει τις 2 μου ζωές και παρόλα αυτά τις αφήνει ανέπαφες.

Μου φαίνεται πως το Καφέ Σαντάν και το Μρ Τζόουνς απέχουν λίγα τετράγωνα και πως αφού στο σπίτι μου εκεί έχω νουτέλα τότε εδώ θ’ ανοίξω το ντουλάπι και θα βρω νουτέλα. Έτσι όλα τα μαγαζιά συμπυκνώνονται κι όλα τα ντουλάπια συνεργάζονται κι αφού υπάρχει παντού ένας κόλπος είτε Θερμαικός είτε Παγασητικός τότε τίποτα δε μοιάζει φοβερό.

Το πολυτεχνείο μου θυμίζει πως δεν είμαι στη θεσσαλονίκη. Μου το θυμίζει γιατί δεν είναι όπως το μρ τζόουνς και το καφέ σαντάν. Γιατί και στη θεσσαλονίκη έχει πολυτεχνείο και έπαιρνα άλλο δρόμο για να φτάσω εκεί κι έτσι ξέρω πως αυτό το πολυτεχνείο που πηγαίνω κάθε μέρα δεν είναι στο ΑΠΘ.

Κι είναι ωραία.

Και έχω σπίτι που μοιάζει με σπίτι πια γιατί έχει κουρτίνες,αφίσες στους τοίχους,σοκολάτες στα ντουλάπια και καφετιέρα και τασάκια. Και τραπέζι και καρέκλες στο μπαλκόνι και χαλιά και πιάτα και ποτήρια και μία κούπα του Ηρακλή ,ευγενική προσφορά του μπαμπά!

Κι ίσως έχω και στέκι. Ξέρω θα μου πεις πως έχει πολύ κόσμο για να ναι στέκι,πως πρέπει να ναι πιο μικρό και πιο ήρεμο. Αλλά εκεί πήγα μόνη μου φορώντας τη ριγέ μου μπλούζα και ήπια μόνη μου 3 μπύρες ενώ θα μπορούσα να τις πιω με παρέα. Ήθελα να πάω μόνη μου. Αλλιώς η στιγμή δε θα φωτογραφιζόταν.



Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2009

with you I'll share this lonely view :)

ξέρεις τι σκεφτόμουν αυτές τις μέρες?
πως όλοι φεύγουμε
κι ο καθένας πάει αλλού
κι είμαστε σαν μια ακτίνα φωτός*
ξεκινήσαμε όλοι απ το ίδιο σημειο
και μετά...
διασκεδασμός.
και διασκέδαση :)

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2009

I haven't ever really found a place that I call home

Θα πήγαινα εκεί. Κ αναρωτιόμουν πώς θα την αγαπήσω αυτή την πόλη και πώς δε θα την βαρεθώ,αφού είναι μικρή,και πώς θα με χωράει και για πόσο καιρό. Και η Ε.μου είπε στο τηλ «θα την αγαπήσεις όταν θα χεις κάτι να σε κρατάει εκεί. Φίλους, ‘φίλους’»..

Μετά από κάποιες μέρες έβγαλα δικό μου θεώρημα: δεν την αγαπάς την πόλη,την οποιαδήποτε πόλη,αν δεν την περπατήσεις μόνη σου. Αν δε νιώσεις τραγικά μόνη σου εκεί.

Ήταν Κυριακή και περπάτησα μόνη μου. Κι ύστερα κάθισα σ ένα πεζούλι στην παραλία και κάπνιζα. Και περίμενα να περάσει κάποιος άνθρωπος που να ναι κι αυτός μόνος του και να θέλει να μου κάνει παρέα. Κατά πάσα πιθανότητα θα του λεγα όχι. Είχα όμως την ανάγκη να ανταλλάξω μια κουβέντα μ έναν άνθρωπο ακόμα κι αν ήταν να του πω «φύγε».

Και τελικά άνθρωπος δεν ήρθε,ήρθε όμως σκύλος. Με μύρισε,κάθισε στο πεζούλι στο ύψος του κεφαλιού μου και με κοίταζε. Κι είχα τρομερή όρεξη να κάνω παρέα στον σκύλο. Αλλά μετά ήρθε ένας φίλος του,σκύλος κι αυτός,κι εγώ τα σκυλιά το φοβάμαι όταν είναι πολλά μαζί κι έφυγα. Κι ένιωσα πολύ αγενής απέναντι στον σκύλο κι ήθελα να του ζητήσω συγγνώμη αλλά μετά έφυγε κι αυτός απ το πεζούλι,λες και δεν είχε νόημα να κάθεται εκεί χωρίς εμένα.

Και ύστερα γύρισα πίσω,εδώ, κι αναρωτιόμουν τι κάνω εγώ εδώ,εγώ εκεί ήθελα να μείνω.

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2009

Λονδίνο,Άμστερνταμ ή Βερολίνο

-->
Δεν είναι τυχαίο που το σουφλέ επέλεξε αυτό το τραγούδι την ώρα πού άνοιγα τον υπολογιστή με σκοπό να γράψω για σένα. Δεν ξέρω πια τι είναι τυχαίο με εμάς και με όλους.
Ξέρω όμως την αυθόρμητη αντίδρασή μου σε εκείνο το μήνυμα που δεν ξέρω γιατί αλλά άρπαξα τη Μ. και άρχισα να κλαίω με λυγμούς. Κι ευχαριστώ την Ε.,την Κ. και τον Γ. που με αγνόησαν και δεν ρώτησαν τίποτα.
Η Μ. τρόμαξε,της εξήγησα και μου είπε πως ο μόνος λόγος για κλάματα ήταν το συγκινητικό περaιεχόμενο και πως είμαι πολύ τυχερή που μπορώ να λαμβάνω τέτοια μηνύματα και να κλαίω από συγκίνηση. Από συγκίνηση.
Κοιμήθηκα με τη μπλούζα και δεν ξέρω γιατί αλλά φοβόμουν να κοιμηθώ με τη μπλούζα,ίσως λόγο του μακάβριου της στάμπας της. Και μάλλον υποβλήθηκα στον εαυτό μου και είδα εφιάλτη για να κατηγορήσω μετά την μπλούζα γι αυτό και να μην ξανακοιμηθώ μέσα της.
Ήθελα να τη φορέσω τις προάλλες αλλά σκέφτηκα πως ο μόνος τρόπος να μη φαίνομαι σαχλή,υπερβολική και σατανίστρια φορώντας την είναι να είσαι κι εσύ δίπλα μου. Τότε φαίνομαι μόνο ένα κοριτσάκι που φοράει τη μπλούζα του φίλου της επειδή κρύωσε ή επειδή σκίστηκε το παντελόνι της σε ένα αδέξιο σταυροπόδι. Ή επειδή αποφάσισε να μείνει σ άλλη χώρα και θέλει να τον θυμάται και με κάτι υλικό.
Δεν ξέρω πώς ένιωσα όταν μου είπες πως τη μπλούζα μου την έδωσες επειδή με θυμόσουν κάθε φορά που τη φορούσες κι όχι για να θυμάμαι εγώ εσένα. Και να μη σε θυμάμαι,είπες. Αν σου αστράψω καμιά ψηφιακή σφαλιάρα θα σου πω εγώ ποιος δε θα σε θυμάται.
Είναι εκείνο το ηλίθιο δίλημμα. Που δεν ξέρω αν θα ήθελα αλλά δεν μπορώ ή αν θα μπορούσα αλλά δεν θέλω. Αναρωτιέμαι αν βγάζει νόημα. Αλλά εγώ το πιάνω το νόημά του κι αφού το πιάνεις κι εσύ τότε είναι η πιο meaningful φράση του κόσμου.
Σ’αγαπάω,και μόνο περιφραστικά μπορώ να σου εξηγήσω πώς το εννοώ. Λοιπόν σ’αγαπώ όπως έναν άνθρωπο που του χάρισα χρόνο απ τη ζωή μου κι αυτός απ τη δική του,που είναι σημαντικός για μένα,που έχω να θυμάμαι στιγμές που γελάω μαζί του και που πεθαίνω στο κλάμα δίπλα του,που μου έχει παίξει κιθάρα και τσέλο και βιολί και πιάνο,που μου έβαλε να ακούσω Marillion,που με πήγε στα διάφανα κρίνα,που σε κάθε συζήτηση με προκαλούσε να γίνω εξυπνότερη. Και ξέρω πως δε θα σ αρέσει αυτό αλλά με έκανες πιο δυνατή. Αρκετά δυνατή ώστε να αντέξω τόσες φορές το ίδιο πράγμα και αρκετά σκληρή για να λέω όχι χωρίς τύψεις. Ή με ελάχιστες τύψεις.
Ε σ’αγαπώ τέλος πάντων.
PS: Αναρωτιέμαι αν αυτό το διάβασες άραγε, κι αν το διάβασες αν τσατίστηκες κι αν νομίζεις πως σε εκθέτω. Μπορείς να μου πεις να το σβήσω αν θέλεις.

Μαρμελάδα

​Το χρώμα της μαρμελάδας μύρτιλο με εντυπωσίασε μόνο την πρώτη φορά.  Υστερα ήταν πάντα χειρότερο απ' ό,τι το θυμόμουν. Κι εσείς νομίζετ...