Θέλω να μου πάρεις λουλούδια. Χωρίς να το ζητήσω. Ξέρεις, μου έχουν πάρει δύο φορές λουλούδια αλλά να, δεν ήταν τα λουλούδια που ήθελα. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τα κόκκινα ή τα άσπρα τριαντάφυλλα. Πραγματικά απολύτως κανένα. Ήταν η κίνηση. Ήταν που τα πήραν επιτηδευμένα, ήξεραν πως ήθελα. Θα με κέρδιζαν, νόμιζαν.
Εσύ δεν είσαι σαν κι αυτούς. Απολύτως καθόλου. Εσύ το ξέρω πως αν ποτέ μου έπαιρνες λουλούδια θα ήταν ξέροντας πως μ έχεις κερδίσει. Θα ήταν επειδή τα είδες και με θυμήθηκες. Κι είναι το μόνο είδος δώρου που αγαπώ. Το δώρο χωρίς λόγο. Το δώρο που κάνεις επειδή το βλέπεις και λες «θεέ μου πόσο μου τη θυμίζει. Πρέπει να το μάθει πως το βλέπω και τη σκέφτομαι».
Μη διανοηθείς ποτέ να με φωνάξεις «Κλαρίσα». Δεν είμαι εγώ για βιβλίο της Βιρτζίνια Γουλφ, το ξέρεις δα αυτό. Αυτό το ξέρεις καλά. Μπορείς να με φωνάζεις Μπίμπι. Έτσι μπορείς. Μπορείς να λες πως είμαι το κορίτσι που γύρισε χαράματα απ τη συναυλία και είπε στη συγκάτοικο «τον θέλω τόσο πολύ που θα πεθάνω».
Αλλά όχι. Εγώ τόσο πολύ που θα ζήσω. Να ξερες μόνο πόσο καλό μου κάνεις. Να ξερες πως το μόνο που με κρατάει ξύπνια για διάβασμα μετά τις 2 το βράδυ είναι η σκέψη πως είσαι κι εσύ ξύπνιος και διαβάζεις.
Είναι Πέμπτη σήμερα.
Θα τα πούμε το βράδυ –αργά – στο λιμάνι. Θα δω αν φοβάσαι να περπατήσεις δίπλα στη θάλασσα. Ξέρεις κι έτσι τους μετράω τους ανθρώπους. Αν φοβούνται τη θάλασσα. Είμαι σίγουρη πως εσύ δε φοβάσαι. Πως ακόμα κι αν φοβάσαι δε θα μ αφήσεις να το καταλάβω. Αυτό είσαι. Είσαι κάποιος για να νιώθω σιγουριά. Που ακόμα κι όταν δεν θα ξέρω τι κάνω και πού πάω κι όταν θα φοβάμαι, εσύ θα με παίρνεις απ το χέρι και θα με γυρίζεις σπίτι safe and sound.
Σ’ όλα σου είσαι ξεχωριστός που να σε πάρει.