Ξέρεις τι έχω ανάγκη? Έχω ανάγκη κάποιον να με συνεφέρνει όταν μου περνάει απ το μυαλό πως μπορεί και να έχω ξεχάσει εσένα.
Αφού δε γίνεται. Και στο λέω με μαθηματική ακρίβεια. Είναι άτοπο, πώς το λένε? Κι ο μόνος λόγος που καμιά φορά αραιώνει η επικοινωνία μας είναι γιατί δεν αντέχουμε να θέλουμε κάποιον τόσο πολύ ή να μας θέλει κάποιος τόσο πολύ. Τόσο πολύ. Κι αυτό που σου είπα είναι αλήθεια. Είναι αλήθεια πως μόνο σ εσένα μπορώ να πω ό,τι μου κατάβει στο κεφάλι κι όσο κακό ή άδικο και να ‘ναι να κάτσεις να το συζητήσουμε πολιτισμένα. Χωρίς φωνές. Ή με φωνές. Με τις καλύτερες φωνές που άκουσε ποτέ αυτός ο κόσμος.
Γιατί εγώ εκείνον τον καβγά δεν τον ξεχνάω. Είναι η πιο αγαπημένη μου απ τις συζητήσεις που έκανα ποτέ με άνθρωπο. Την αγαπάω αυτή τη συζήτηση. Και σήμερα διάβαζα Σώτη στο κρεβάτι, τα κινέζικα κουτιά, κι εσύ μου στειλες μήνυμα και το μήνυμα έλεγε μόνο «τι θα κάνουμε ρε?». Και δεν ξέρω αν είναι επειδή όλα φαίνονται ομορφότερα όταν διαβάζεις Σώτη αλλά είπες ακριβώς αυτό που ήθελα να ακούσω εκείνη την ώρα. Τι θα κάνουμε ρε.
Δεν ξέρεις. Κι εγώ δεν ξέρω. Κι αφού δεν ξέρουμε τι θέλουμε να κάνουμε ας σκεφτούμε τουλάχιστον τι δε θέλουμε να χάσουμε. Ναι, αυτό είναι πιο απλό. Θέλουμε να μιλάμε. Δεν μπορούμε να μη μιλάμε. Και θέλω να βλεπόμαστε. Θέλεις να βλεπόμαστε. Κι όταν βλεπόμαστε γάμησέ τα.
Αλλά έτσι είναι. Έτσι ήταν πάντα. Τίποτα συγκεκριμένο, τίποτα που να χει όνομα. Μόνο εμείς. Εγώ κι εσύ. Όχι σε συγκεκριμένο μέρος. Όχι με συγκεκριμένα λόγια. Χωρίς λόγια. Γιατί εμείς μπορούμε. Γιατί εμείς μόνο έτσι μπορούμε. Γιατί είμαστε εμείς. Γιατί έτσι ρε γαμώτο.
Γι αυτό:
Εσύ με ξέρεις πιο πολύ, απ' όλους στη ζωή μου
τα μαγικά ταξίδια μου, τα έκανες κι εσύ
Όταν η νύχτα μ' έστελνε, στα στέκια της ερήμου
για σένα ήταν πάντα απλό, να ψάξεις να με βρεις
Σου λέω με ξέρεις πιο πολύ, απ' όλους στη ζωή μου
για σένα είναι πάντα απλό, να ψάξεις να με βρεις.
Κι απόψε, μες την έρημη την πόλη, που με βρήκες πάλι,
πάρε με κοντά σου
Κρύψε με μες το παλτό σου, κάνε με κορμί δικό σου
ως την άκρη του μυαλού σου, ως την άκρη του ουρανού σου
Τύλιξέ με στο κασκόλ σου, σαν παιδί σαν άγγελό σου
να χαθώ στη μυρωδιά σου, να χωρέσω στ' όνομά σου
Η πόλη παίζει τη σκληρή, στα ενήλικα παιδιά της
κι αν λείπει το άλλο σου μισό, μισός μένεις κι εσύ
μα όταν μαζί σου περπατώ, στα έρημα στενά της
στο πέλαγος της μοναξιάς μου, γίνεσαι νησί
Η πόλη παίζει τη σκληρή, στα ενήλικα παιδιά της
κι αν λείπει το άλλο σου μισό, μισός μένεις κι εσύ.

