Σάββατο 14 Μαρτίου 2009

this one goes up to the one I love


Ξέρεις τι έχω ανάγκη? Έχω ανάγκη κάποιον να με συνεφέρνει όταν μου περνάει απ το μυαλό πως μπορεί και να έχω ξεχάσει εσένα.

Αφού δε γίνεται. Και στο λέω με μαθηματική ακρίβεια. Είναι άτοπο, πώς το λένε? Κι ο μόνος λόγος που καμιά φορά αραιώνει η επικοινωνία μας είναι γιατί δεν αντέχουμε να θέλουμε κάποιον τόσο πολύ ή να μας θέλει κάποιος τόσο πολύ. Τόσο πολύ. Κι αυτό που σου είπα είναι αλήθεια. Είναι αλήθεια πως μόνο σ εσένα μπορώ να πω ό,τι μου κατάβει στο κεφάλι κι όσο κακό ή άδικο και να ‘ναι να κάτσεις να το συζητήσουμε πολιτισμένα. Χωρίς φωνές. Ή με φωνές. Με τις καλύτερες φωνές που άκουσε ποτέ αυτός ο κόσμος.

Γιατί εγώ εκείνον τον καβγά δεν τον ξεχνάω. Είναι η πιο αγαπημένη μου απ τις συζητήσεις που έκανα ποτέ με άνθρωπο. Την αγαπάω αυτή τη συζήτηση. Και σήμερα διάβαζα Σώτη στο κρεβάτι, τα κινέζικα κουτιά, κι εσύ μου στειλες μήνυμα και το μήνυμα έλεγε μόνο «τι θα κάνουμε ρε?». Και δεν ξέρω αν είναι επειδή όλα φαίνονται ομορφότερα όταν διαβάζεις Σώτη αλλά είπες ακριβώς αυτό που ήθελα να ακούσω εκείνη την ώρα. Τι θα κάνουμε ρε.

Δεν ξέρεις. Κι εγώ δεν ξέρω. Κι αφού δεν ξέρουμε τι θέλουμε να κάνουμε ας σκεφτούμε τουλάχιστον τι δε θέλουμε να χάσουμε. Ναι, αυτό είναι πιο απλό. Θέλουμε να μιλάμε. Δεν μπορούμε να μη μιλάμε. Και θέλω να βλεπόμαστε. Θέλεις να βλεπόμαστε. Κι όταν βλεπόμαστε γάμησέ τα.

Αλλά έτσι είναι. Έτσι ήταν πάντα. Τίποτα συγκεκριμένο, τίποτα που να χει όνομα. Μόνο εμείς. Εγώ κι εσύ. Όχι σε συγκεκριμένο μέρος. Όχι με συγκεκριμένα λόγια. Χωρίς λόγια. Γιατί εμείς μπορούμε. Γιατί εμείς μόνο έτσι μπορούμε. Γιατί είμαστε εμείς. Γιατί έτσι ρε γαμώτο.

Γι αυτό:

Εσύ με ξέρεις πιο πολύ, απ' όλους στη ζωή μου
τα μαγικά ταξίδια μου, τα έκανες κι εσύ
Όταν η νύχτα μ' έστελνε, στα στέκια της ερήμου
για σένα ήταν πάντα απλό, να ψάξεις να με βρεις
Σου λέω με ξέρεις πιο πολύ, απ' όλους στη ζωή μου
για σένα είναι πάντα απλό, να ψάξεις να με βρεις.

Κι απόψε, μες την έρημη την πόλη, που με βρήκες πάλι,
πάρε με κοντά σου

Κρύψε με μες το παλτό σου, κάνε με κορμί δικό σου
ως την άκρη του μυαλού σου, ως την άκρη του ουρανού σου
Τύλιξέ με στο κασκόλ σου, σαν παιδί σαν άγγελό σου
να χαθώ στη μυρωδιά σου, να χωρέσω στ' όνομά σου

Η πόλη παίζει τη σκληρή, στα ενήλικα παιδιά της
κι αν λείπει το άλλο σου μισό, μισός μένεις κι εσύ
μα όταν μαζί σου περπατώ, στα έρημα στενά της
στο πέλαγος της μοναξιάς μου, γίνεσαι νησί
Η πόλη παίζει τη σκληρή, στα ενήλικα παιδιά της
κι αν λείπει το άλλο σου μισό, μισός μένεις κι εσύ.

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

are you thinking of me when..


είπα να βάλω και τους στίχους και να τονίσω μερικούς αλλά μου φάνηκε λίγο σκληρό..οπότε δε βαριέσαι..ας πούμε πως η αλάνις είναι ανοιξιάτικη..είναι δεν είναι?

please don't let me be *misunderstood*


Θέλω να γίνουν όλα όπως πριν. Το θέλω γιατί σήμερα μύρισα την τσάντα μου και με κάποιο διαβολεμένο τρόπο είχε τη μυρωδιά σου πάνω. Την γύρισα κόντρα στο φως γιατί κάτι έψαχνα και ήρθε κατά πάνω μου ένα κύμα που μύριζε ακριβώς όπως εσύ. Αλλά αυτο που έψαχνα δεν το βρήκα.


'Εψαχνα τα κονφετί. Την Τσικνοπέμπτη είπα στα γλυκά μου τα παιδιά τι πολύ που μ' αρέσουν τα κονφετί κι αυτοί άδειασαν το σακουλάκι πάνω μου. Και μ'άρεσε γιατί μετά το μπερεδάκι μου δεν ήταν μαύρο αλλά με πολύχρωμες πιτσιλιές. Λοιπόν η τσάντα γέμισε κι αυτή κονφετί αλλά δεν την άδειαζα επειδή μ'άρεζε που ο πάτος της δεν ήταν μαύρος αλλά με πολύχρωμες πιτσιλιές.


Μέχρι το Σάββατο. Μετά άδειασες εσύ εμένα κι έπρεπε να σε διώξω. Γιατί ξέρεις η Τσικνοπέμπτη είναι μια Πέμπτη κι αυτή και δεν άντεχα να έχω τα ίχνη της τόσο κοντά μου-στην τσάντα μου ας πούμε.


Ξύπνησα που λες την Κυριακή το πρωί και το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν η στιχομυθία σου με οτν σχεδόν άγνωστο. Σκέφτηκα λοιπόν τη στιχομυθία και μετά σκέφτηκα τον συμπονετικό ταξιτζή που με πήρε πρέφα τα χαράματα που με γύριζε σπίτι και με ρώτησε τι έχω* δεν του είπα. "πάντως μη στεναχωριέσαι, είσαι πολύ όμορφη κοπέλα", για δες επιχείρημα, σκέφτηκα αλλά είπα ευχαριστώ πολύ και στιγμιαία χάρηκα.


Αλλά μετά έφυγε κι αυτή η σκέψη και το στιγμιαίο χαμόγελο. Δε θυμάμαι αν είχε κρύο, θυμάμαι μόνο που ένιωσα να πνίγομαι και βγήκα στο μπαλκόνι. Πήρα και την τσάντα μου μαζί και άδειασα τα κονφετί και φυσούσε αέρας και τα παίρνε μαζί του* άλλα όμως τα γύριζε πίσω σε μένα* που να σε πάρει δεν μπορώ να σε ξεφορτωθώ με τίποτα πια? Αλλά μη μασάς* ο αέρας παρεξήγησε την κίνησή μου και μου τα γύρισε πίσω -σου λέει τι θα γίνει αν αυτή το μετανιώσει και μετά ψάχνει τα κονφετί της? Ήταν μια παρεξήγηση ανάμεσα σε μένα και τον άερα. Την επόμενη φορά θα τον ορκίσω να τσακιστεί να πάρει τα κονφετί μη γίνουμε ρημαδιό εδώ μέσα.


κρίμα που μου ρχεται μόνο αυτό το τραγούδι στο μυαλό ---> βάλ'το στα πόδια

Σάββατο 7 Μαρτίου 2009

Mrs Dalloway said she would buy the flowers herself


Θέλω να μου πάρεις λουλούδια. Χωρίς να το ζητήσω. Ξέρεις, μου έχουν πάρει δύο φορές λουλούδια αλλά να, δεν ήταν τα λουλούδια που ήθελα. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τα κόκκινα ή τα άσπρα τριαντάφυλλα. Πραγματικά απολύτως κανένα. Ήταν η κίνηση. Ήταν που τα πήραν επιτηδευμένα, ήξεραν πως ήθελα. Θα με κέρδιζαν, νόμιζαν.

Εσύ δεν είσαι σαν κι αυτούς. Απολύτως καθόλου. Εσύ το ξέρω πως αν ποτέ μου έπαιρνες λουλούδια θα ήταν ξέροντας πως μ έχεις κερδίσει. Θα ήταν επειδή τα είδες και με θυμήθηκες. Κι είναι το μόνο είδος δώρου που αγαπώ. Το δώρο χωρίς λόγο. Το δώρο που κάνεις επειδή το βλέπεις και λες «θεέ μου πόσο μου τη θυμίζει. Πρέπει να το μάθει πως το βλέπω και τη σκέφτομαι».

Μη διανοηθείς ποτέ να με φωνάξεις «Κλαρίσα». Δεν είμαι εγώ για βιβλίο της Βιρτζίνια Γουλφ, το ξέρεις δα αυτό. Αυτό το ξέρεις καλά. Μπορείς να με φωνάζεις Μπίμπι. Έτσι μπορείς. Μπορείς να λες πως είμαι το κορίτσι που γύρισε χαράματα απ τη συναυλία και είπε στη συγκάτοικο «τον θέλω τόσο πολύ που θα πεθάνω».

Αλλά όχι. Εγώ τόσο πολύ που θα ζήσω. Να ξερες μόνο πόσο καλό μου κάνεις. Να ξερες πως το μόνο που με κρατάει ξύπνια για διάβασμα μετά τις 2 το βράδυ είναι η σκέψη πως είσαι κι εσύ ξύπνιος και διαβάζεις.

Είναι Πέμπτη σήμερα.

Θα τα πούμε το βράδυ –αργά – στο λιμάνι. Θα δω αν φοβάσαι να περπατήσεις δίπλα στη θάλασσα. Ξέρεις κι έτσι τους μετράω τους ανθρώπους. Αν φοβούνται τη θάλασσα. Είμαι σίγουρη πως εσύ δε φοβάσαι. Πως ακόμα κι αν φοβάσαι δε θα μ αφήσεις να το καταλάβω. Αυτό είσαι. Είσαι κάποιος για να νιώθω σιγουριά. Που ακόμα κι όταν δεν θα ξέρω τι κάνω και πού πάω κι όταν θα φοβάμαι, εσύ θα με παίρνεις απ το χέρι και θα με γυρίζεις σπίτι safe and sound.

Σ’ όλα σου είσαι ξεχωριστός που να σε πάρει.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

το μηδέν του Σαββάτου, της αυγής το γαμώτο, με κοιτάς..

-->Όταν διαπιστώνεις πως οι Πέμπτες έρχονται συχνότερα από μια φορά τη βδομάδα δεν μπορείς παρά να τσιρίξεις ένα μακρόσυρτο «ααααααααααα» και να ευχαριστήσεις κάποιον- που δεν ξέρεις ποιον- κοιτάζοντας τον καθρέφτη.
Είναι πολύ συχνά Πέμπτη, είναι Πέμπτη 3 φορές τη βδομάδα!
Και χτες Πέμπτη ήταν, ξέρεις. Αλλά ήταν αλλιώτικη απ τις άλλες ήταν σε τραπέζι αντί σε θρανίο χωρίς βιβλία και τετράδια. Κι οι καρέκλες γεμάτες δώρα –και πολύ χαίρομαι που σε πέτυχα και το δώρο μου σ άρεσε πιο πολύ απ’ όλα!- και το τραπέζι γεμάτο μπουκάλια. Μη με ρωτήσεις δε θυμάμαι να σου πω το σύνολο των μπουκαλιών που παρέλασαν.
Θυμάμαι ότι είχε μουσική και θυμάμαι πως μετά από κάποια στιγμή σταμάτησα να την ακούω. Δεν ήξερα τι τραγουδάνε οι του μαγαζιού ούτε τι λένε μεταξύ τους οι δικοί μας ήξερα μόνο πως το χέρι σου με τύλιγε και ήσουν το καλύτερο μαξιλάρι, γιατί εδώ που τα λέμε ένα μαξιλάρι το χρειαζόμουν κι εσύ μου φάνηκες να χρειάζεσαι να γίνεις το μαξιλάρι κάποιου -το δικό μου.
Μετά θυμάμαι να σηκωνόμαστε απ το τραπέζι χέρι-χέρι και τον Γιάννη να λέει «τι κάνουν, πού πάνε??» δε βαριέσαι δε μ ένοιαξε ούτε λεπτό τι σκέφτονταν οι άλλοι.
Σε λίγο είχαμε φύγει όλοι και ψάχναμε ένα παγκάκι να καθίσουμε να μας χτυπήσει λίγος αέρας –κι εσύ πάντα το μαξιλάρι μου. Κι ύστερα οι άλλοι έφυγαν και μείναμε πάλι μόνοι μας αλλά δε θέλαμε να φύγουμε κατευθείαν σου πρότεινα να περπατήσουμε όσο αντέξουμε και να πάρουμε μετά ταξί.
Φτάνουμε Αγίας Σοφίας και διψάω, διψάω πολύ. Βρίσκεις ανοιχτό περίπτερο και μου παίρνεις νερό –ζεστό νερό, μην κρυώσω κιόλας- και το κρατάς για να πιω. Καθόμαστε στο τοιχάκι της εκκλησίας και μου λες πως τα μάτια μου είναι κόκκινα κι εγώ σε πιστεύω αλλά είμαι σίγουρη πως πρώτη φορά κοκκινίζουν τα μάτια μου, ίσως επειδή πρώτη φορά κάποιος το προσέχει* με προσέχεις. Μου κάνει εντύπωση που δεν περνάει κανείς, η εκκλησία αυτή είναι διάσημο meeting point και στο λέω, σε ρωτάω γιατί η πόλη είναι αδειά .. «είναι 2 το βράδυ μικρό μου»..αχά, ώστε πήγε 2.
Ήπια το νερό και περπατήσαμε κι άλλο, και δεν ήσουν μαξιλάρι πια γιατί ήμασταν όρθιοι κι όχι ξαπλωμένοι σε κανένα παγκάκι ή σε καμια σειρά από καρέκλες. Ήσουν όμως πολύ άνετο στήριγμα κι έψαχνα την τσέπη σου να στηρίξω το χέρι μου. Στρίψαμε σε ένα σκοτεινό στενάκι και σου είπα «φοβάμαι εδώ, δεν έχει καθόλου φως»* δεν έχει σημασία τι είπες εσύ, μάλλον κάτι κλισέ, αλλά εγώ σταμάτησα να φοβάμαι.
Και τι βλέμμα ήταν αυτό στο ταξί, μωρό μου, και πώς με σκλάβωσες, με στέλνει αυτό το βλέμμα σου λέω, αυτό το σκούρο το μάτι που δεν είναι και πολύ σκούρο τελικά και έχει γραμμές ανοιχτές καφέ και σκούρες. Κι ένιωθα τόσο μα τόσο μικρή στα χέρια σου και με πρόσεχες, με πρόσεχες πολύ, είσαι τζεντλεμαν εσύ. Εκείνη την ώρα ένιωθα πως μπορώ και κουβέντα να ανοίξω αλλά όταν φτάσαμε σπίτι και έπρεπε να πάω μόνη μου αμφέβαλα αν μπορώ να ανέβω τα 10 σκαλιά της εισόδου.
Δε σε χρειάζομαι γενικά. Χτες σε χρειαζόμουν όμως, κι ευχαριστώ, σ’ευχαριστώ τρελά που ήσουν εκεί.
Την Πέμπτη που θα είναι όντως Πέμπτη θα με πάρεις αγκαλιά?

Μαρμελάδα

​Το χρώμα της μαρμελάδας μύρτιλο με εντυπωσίασε μόνο την πρώτη φορά.  Υστερα ήταν πάντα χειρότερο απ' ό,τι το θυμόμουν. Κι εσείς νομίζετ...