Σάββατο 7 Μαρτίου 2009

Mrs Dalloway said she would buy the flowers herself


Θέλω να μου πάρεις λουλούδια. Χωρίς να το ζητήσω. Ξέρεις, μου έχουν πάρει δύο φορές λουλούδια αλλά να, δεν ήταν τα λουλούδια που ήθελα. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τα κόκκινα ή τα άσπρα τριαντάφυλλα. Πραγματικά απολύτως κανένα. Ήταν η κίνηση. Ήταν που τα πήραν επιτηδευμένα, ήξεραν πως ήθελα. Θα με κέρδιζαν, νόμιζαν.

Εσύ δεν είσαι σαν κι αυτούς. Απολύτως καθόλου. Εσύ το ξέρω πως αν ποτέ μου έπαιρνες λουλούδια θα ήταν ξέροντας πως μ έχεις κερδίσει. Θα ήταν επειδή τα είδες και με θυμήθηκες. Κι είναι το μόνο είδος δώρου που αγαπώ. Το δώρο χωρίς λόγο. Το δώρο που κάνεις επειδή το βλέπεις και λες «θεέ μου πόσο μου τη θυμίζει. Πρέπει να το μάθει πως το βλέπω και τη σκέφτομαι».

Μη διανοηθείς ποτέ να με φωνάξεις «Κλαρίσα». Δεν είμαι εγώ για βιβλίο της Βιρτζίνια Γουλφ, το ξέρεις δα αυτό. Αυτό το ξέρεις καλά. Μπορείς να με φωνάζεις Μπίμπι. Έτσι μπορείς. Μπορείς να λες πως είμαι το κορίτσι που γύρισε χαράματα απ τη συναυλία και είπε στη συγκάτοικο «τον θέλω τόσο πολύ που θα πεθάνω».

Αλλά όχι. Εγώ τόσο πολύ που θα ζήσω. Να ξερες μόνο πόσο καλό μου κάνεις. Να ξερες πως το μόνο που με κρατάει ξύπνια για διάβασμα μετά τις 2 το βράδυ είναι η σκέψη πως είσαι κι εσύ ξύπνιος και διαβάζεις.

Είναι Πέμπτη σήμερα.

Θα τα πούμε το βράδυ –αργά – στο λιμάνι. Θα δω αν φοβάσαι να περπατήσεις δίπλα στη θάλασσα. Ξέρεις κι έτσι τους μετράω τους ανθρώπους. Αν φοβούνται τη θάλασσα. Είμαι σίγουρη πως εσύ δε φοβάσαι. Πως ακόμα κι αν φοβάσαι δε θα μ αφήσεις να το καταλάβω. Αυτό είσαι. Είσαι κάποιος για να νιώθω σιγουριά. Που ακόμα κι όταν δεν θα ξέρω τι κάνω και πού πάω κι όταν θα φοβάμαι, εσύ θα με παίρνεις απ το χέρι και θα με γυρίζεις σπίτι safe and sound.

Σ’ όλα σου είσαι ξεχωριστός που να σε πάρει.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

το μηδέν του Σαββάτου, της αυγής το γαμώτο, με κοιτάς..

-->Όταν διαπιστώνεις πως οι Πέμπτες έρχονται συχνότερα από μια φορά τη βδομάδα δεν μπορείς παρά να τσιρίξεις ένα μακρόσυρτο «ααααααααααα» και να ευχαριστήσεις κάποιον- που δεν ξέρεις ποιον- κοιτάζοντας τον καθρέφτη.
Είναι πολύ συχνά Πέμπτη, είναι Πέμπτη 3 φορές τη βδομάδα!
Και χτες Πέμπτη ήταν, ξέρεις. Αλλά ήταν αλλιώτικη απ τις άλλες ήταν σε τραπέζι αντί σε θρανίο χωρίς βιβλία και τετράδια. Κι οι καρέκλες γεμάτες δώρα –και πολύ χαίρομαι που σε πέτυχα και το δώρο μου σ άρεσε πιο πολύ απ’ όλα!- και το τραπέζι γεμάτο μπουκάλια. Μη με ρωτήσεις δε θυμάμαι να σου πω το σύνολο των μπουκαλιών που παρέλασαν.
Θυμάμαι ότι είχε μουσική και θυμάμαι πως μετά από κάποια στιγμή σταμάτησα να την ακούω. Δεν ήξερα τι τραγουδάνε οι του μαγαζιού ούτε τι λένε μεταξύ τους οι δικοί μας ήξερα μόνο πως το χέρι σου με τύλιγε και ήσουν το καλύτερο μαξιλάρι, γιατί εδώ που τα λέμε ένα μαξιλάρι το χρειαζόμουν κι εσύ μου φάνηκες να χρειάζεσαι να γίνεις το μαξιλάρι κάποιου -το δικό μου.
Μετά θυμάμαι να σηκωνόμαστε απ το τραπέζι χέρι-χέρι και τον Γιάννη να λέει «τι κάνουν, πού πάνε??» δε βαριέσαι δε μ ένοιαξε ούτε λεπτό τι σκέφτονταν οι άλλοι.
Σε λίγο είχαμε φύγει όλοι και ψάχναμε ένα παγκάκι να καθίσουμε να μας χτυπήσει λίγος αέρας –κι εσύ πάντα το μαξιλάρι μου. Κι ύστερα οι άλλοι έφυγαν και μείναμε πάλι μόνοι μας αλλά δε θέλαμε να φύγουμε κατευθείαν σου πρότεινα να περπατήσουμε όσο αντέξουμε και να πάρουμε μετά ταξί.
Φτάνουμε Αγίας Σοφίας και διψάω, διψάω πολύ. Βρίσκεις ανοιχτό περίπτερο και μου παίρνεις νερό –ζεστό νερό, μην κρυώσω κιόλας- και το κρατάς για να πιω. Καθόμαστε στο τοιχάκι της εκκλησίας και μου λες πως τα μάτια μου είναι κόκκινα κι εγώ σε πιστεύω αλλά είμαι σίγουρη πως πρώτη φορά κοκκινίζουν τα μάτια μου, ίσως επειδή πρώτη φορά κάποιος το προσέχει* με προσέχεις. Μου κάνει εντύπωση που δεν περνάει κανείς, η εκκλησία αυτή είναι διάσημο meeting point και στο λέω, σε ρωτάω γιατί η πόλη είναι αδειά .. «είναι 2 το βράδυ μικρό μου»..αχά, ώστε πήγε 2.
Ήπια το νερό και περπατήσαμε κι άλλο, και δεν ήσουν μαξιλάρι πια γιατί ήμασταν όρθιοι κι όχι ξαπλωμένοι σε κανένα παγκάκι ή σε καμια σειρά από καρέκλες. Ήσουν όμως πολύ άνετο στήριγμα κι έψαχνα την τσέπη σου να στηρίξω το χέρι μου. Στρίψαμε σε ένα σκοτεινό στενάκι και σου είπα «φοβάμαι εδώ, δεν έχει καθόλου φως»* δεν έχει σημασία τι είπες εσύ, μάλλον κάτι κλισέ, αλλά εγώ σταμάτησα να φοβάμαι.
Και τι βλέμμα ήταν αυτό στο ταξί, μωρό μου, και πώς με σκλάβωσες, με στέλνει αυτό το βλέμμα σου λέω, αυτό το σκούρο το μάτι που δεν είναι και πολύ σκούρο τελικά και έχει γραμμές ανοιχτές καφέ και σκούρες. Κι ένιωθα τόσο μα τόσο μικρή στα χέρια σου και με πρόσεχες, με πρόσεχες πολύ, είσαι τζεντλεμαν εσύ. Εκείνη την ώρα ένιωθα πως μπορώ και κουβέντα να ανοίξω αλλά όταν φτάσαμε σπίτι και έπρεπε να πάω μόνη μου αμφέβαλα αν μπορώ να ανέβω τα 10 σκαλιά της εισόδου.
Δε σε χρειάζομαι γενικά. Χτες σε χρειαζόμουν όμως, κι ευχαριστώ, σ’ευχαριστώ τρελά που ήσουν εκεί.
Την Πέμπτη που θα είναι όντως Πέμπτη θα με πάρεις αγκαλιά?

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

όνειρα σου τραγουδάω..



αυτό θέλω να σου πω. Αυτό κι ότι εσύ δε ζεις πουθενά κι ότι μ αρέσεις γιατί γελάς κι είσαι εσύ και δεν ξέρω γιατί αλλά όλα μπλε. Κ ίσως λίγο διάχυτο μωβ αλλά και το κόκκινο ταιριάζει γιατί είναι τρέλα,το κόκκινο είναι τρέλα, το σκέφτηκες ποτέ σου?
Στα είπα όλα
φίλα με τώρα
.&-

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

I wanna wake up and drink from your river

Θέλω να σου χορέψω φορώντας άσπρο φόρεμα. Θα’χω στολισμένους τους αστραγάλους μ αυτά τα καλοκαιρινά βραχιολάκια που είναι φτιαγμένα από κλωστές και χάντρες και τα νύχια βαμμένα κόκκινα. Θα φοράω στο μεσαίο δαχτυλάκι του ποδιού μεταλλικό δαχτυλίδι. Το φουστάνι θα είναι λεπτό κι αέρινο κι ίσως έχει ένα κομμάτι κόκκινο ύφασμα τυλιγμένο στη μέση μου. Σίγουρα θα’χει. Να θες να μ ‘αγγίξεις.

Ξέρεις, ποτέ δεν έχω φορέσει άσπρο φόρεμα, δεν έχω άσπρα ρούχα, ούτε ένα. Δε νιώθω άνετα όταν ντύνομαι στα λευκά. Αλλά μ εσένα νιώθω πως μπορώ να φοράω άσπτα και να είμαι καλά.

Μετά θα περπατάμε μαζί. Σε ανύποπτο χρόνο θα σταματήσω τάχα για να ανάψω τσιγάρο. Αλλά δε θα ‘ναι γι αυτό. Θα το κάνω για να με προσπεράσεις και να σε βλέπω να περπατάς.

Κάτι που μπορεί να αποσπάσει τέλεια την προσοχή μου : το σχήμα των ματιών σου.

Έγραφα με μολύβι τόση ώρα, το ξέρεις? Και συνέχεια μου ρχεται στο μυαλό αυτό που μου θύμισε η Ηλιάνα: «δεν είναι πως δεν μπορώ χωρίς εσένα* απλώς όλα είναι λιγότερο ωραία όταν λείπεις».

Η λέξη που δε φεύγει απ το μυαλό μου : αναπάντεχα.

Προσπαθώ να βρω τραγούδι-επίλογο. Αδύνατο.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009

χίλια χρώματα, φώτα και αρώματα!



γιατί το αοδε έχει δίκιο καμιά φορά..ας πούμε στη σελίδα 76, 2η παράγραφος πάνω απ το σχημα :

"Ως παραγωγική διαδικασία , για παράδειγμα, μπορεί να θεωρηθεί η μετατροπή του σιδήρου ή των άλλων υλών σε έτοιμο προιόν (π.χ. λαμαρίνα)"

If I was a flower growing wild and free
All I'd want is you to be my sweet honey bee.
And if I was a tree growing tall and green
All I'd want is you to shade me and be my leaves

All I want is you, will you be my bride
Take me by the hand and stand by my side
All I want is you, will you stay with me?
Hold me in your arms and sway me like the sea.

If you were a river in the mountains tall,
The rumble of your water would be my call.
If you were the winter, I know I'd be the snow
Just as long as you were with me, when the cold winds blow.

All I want is you, will you be my bride
Take me by the hand and stand by my side
All I want is you, will you stay with me?
Hold me in your arms and sway me like the sea.

If you were a wink, I'd be a nod
If you were a seed, well I'd be a pod.
If you were the floor, I'd wanna be the rug
And if you were a kiss, I know I'd be a hug

All I want is you, will you be my bride
Take me by the hand and stand by my side
All I want is you, will you stay with me?
Hold me in your arms and sway me like the sea.

If you were the wood, I'd be the fire.
If you were the love, I'd be the desire.
If you were a castle, I'd be your moat,
And if you were an ocean, I'd learn to float.

All I want is you, will you be my bride
Take me by the hand and stand by my side
All I want is you, will you stay with me?
Hold me in your arms and sway me like the sea.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

ώρες σιωπής

Το περασμένο Σάββατο βγήκα με την Κατερίνα και πήραμε τηλέφωνο τον Γιώργο νάρθει κι αυτός –γελάμε πολύ οι 3 μας. Και ήρθε.

Κι ήταν η πρώτη φορά που ο Γιώργος μου φάνηκε ευαισθητος, έμοιαζε ευαίσθητος. Ψιθύριζε τα κοψοφλέβικα τραγούδια και διαφωνούσε μαζί μου όταν τα χαρακτήριζα έτσι, έλεγε πως δεν του χαλάνε τη διάθεση. Ήταν σαν ερωτευμένος με τον έρωτα. Και μ άρεσε αυτή η εικόνα του.

Μετά ένιωσα κάτι να με βαραίνει. Ξέρεις τι ένιωσα? Θα σου πω. Ένιωσα βαρετή. Ένιωσα πως δεν είμαι καλή παρέα. Η Κατερίνα έχει σπαρταριστό κι ανεξάντλητο χιούμορ, είναι ετοιμόλογη και με στυλ. Μπροστά της ένιωθα απλώς λίγη. Μου φαινόταν πως όποιον κι αν ρωτούσες θα την προτιμούσε. Πως όποιον κι αν ρωτούσες πώς του φαίνομαι θα σου λεγε «αδιάφορη».

Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τον εαυτό μου, στ αλήθεια. Αλλά να, σκέφτομαι,όλοι έχουν από ένα ταλέντο. Εγώ? Δεν έχω ταλέντα, έτσι μου φαίνεται,δεν υπάρχει κάτι που το κάνω καλύτερα απ τους άλλους. Κι όλα τα κάνω καλά αλλά τίποτα δεν κάνω τέλεια. Κι αυτό που λέει η Σώτη γιατον εαυτό της «μ αρέσουν όλα αλλά τίποτα δε μ αρέσει πάρα πολύ».

Μ αρέσει που μ αρέσουν όλα, που μπορώ να χαίρομαι όταν ξαπλώνω γιατί ξεκουράζω το σώμα, που μπορώ να χαίρομαι όταν πίνω νερό κι όταν παίρνω ανάσα. Αλλά καμιά φορά σκεφτομαι γιατί να μην υπάρχει κάτι που αγαπάω να κάνω? Η Ζωή κάνει μπαλέτο και σχέδιο, ο Δημήτρης είναι πορωμένος με τα μαθηματικά, η Κατερίνα κάνει τρομερές μιμήσεις και η Μυρσίνη θέλει να σπουδάσει ιστορία. Θελώ να πω πως όλοι αυτοί ξέρουν τι θέλουν να κάνουν στη ζωή τους. Εγώ όχι. Εγώ το μόνο που ξέρω είναι πως θέλω να γυρίσω όλο τον κόσμο.

Μου είπε «ρε σταμάτα να μιλάς έτσι για τον εαυτό σου, πού είναι η Στεφανία που ξέρω?»

Έλα μην ανησυχείς ψυχούλα, μου περνάει. Αλλά αλήθεια.. τι άλλο θέλω να κάνω στη ζωή μου?

Θέλω να πίνω πολύ νερό, να μυρίζω συχνά λουλούδια, να πίνω τον γαλλικό σκέτο με βανίλια, να παίρνω αγκαλιά, να ταξιδεύω και να τρώω τη ζωή με το κουτάλι.

Αλλά τι άλλο? Φοβάμαι πως θα πρεπε να θέλω κι άλλα πράγματα. Πιο... αλλιώτικα?

Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως περνάω τέλεια τελευταία,μάλιστα δε με ενοχλούν οι Δευτέρες και χτες μου είπες καληνύχτα, σήμερα μου είπες καλημέρα κι είναι όμορφα όλα αν και χωρίς ήλιο.

Το περασμένο Σάββατο ήθελα οπωσδήποτε αγκαλιά, χρειαζόμουν μια αγκαλιά. Ο Γιώργος άνοιξε τα χέρια διάπλατα και έσκασε χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Και μου φτάνει αυτό.

Μαρμελάδα

​Το χρώμα της μαρμελάδας μύρτιλο με εντυπωσίασε μόνο την πρώτη φορά.  Υστερα ήταν πάντα χειρότερο απ' ό,τι το θυμόμουν. Κι εσείς νομίζετ...