Κάπου ανάμεσα σε γεωμετρικές αποδείξεις, ένα αλμυρό κουλουράκι και το μισοδιαβασμένο άρθρο για τη Joni Mitchel αποφάσισα να σηκωθώ απ’ την καρέκλα. Όχι για να ξεκουραστώ. Είναι ξεκούραστη η γεωμετρία, περισσότερο χόμπι από υποχρέωση. Σηκώθηκα γιατί ήθελα να κουνηθώ.
Έβγαλα τα γυαλιά και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Ήταν περίεργα τα μαλλιά μου σήμερα. Τα άφησα να στεγνώσουν μόνα τους και μια τούφα ήταν άτσαλα γυρισμένη προς τα έξω. Μου άρεσε. Για πρώτη φορά δε με ενοχλούσαν τα σημάδια στο πρόσωπό μου. Και τα χείλια μου δε μου φαίνονταν υπερβολικά λεπτά.
Άφησα τον καθρέφτη στην ησυχία του και στάθηκα στη μπαλκονόπορτα. Περισσότερη ώρα απ’ όση είχα σχεδιάσει. Για την ακρίβεια δε σχεδίαζα να μείνω καθόλου εκεί. Μόνο να περάσω στο διπλανό δωμάτιο (ναι, απ’ το μπαλκόνι). Αλλά αγάπησα τόσο πολύ εκείνη τη στιγμή που ακουμπούσα στον τοίχο και το αεράκι με χτυπούσε στο πρόσωπο και μου έπαιρνε απαλά τα μαλλιά ( ή τα μυαλά? )
Για λίγο χάζεψα τον ουρανό κι άκουγα την κίνηση.
Μετά ένιωσα την ανάγκη να περιποιηθώ τον εαυτό μου. Πήρα τηλέφωνο στο κομμωτήριο.
Φόρεσα το καινούριο καλοκαιριάτικο παντελόνι μου και είχα διάθεση να ακούσω χαζά τραγούδια. Χωρίς ποιητικούς στίχους. Κάτι που να απασχολεί μόνο τα αυτιά μου.
Σου λέω δεν έχω ιδέα γιατί όλα αυτά με κάναν τόσο χαρούμενη.
Εκστατικά ευτυχισμένη.
Το ’χω ξαναπεί αυτό , ε? H Σώτη Τριανταφύλλου φταίει.
σονγκ που δε θεωρώ χαζό αλλά πάντως τη δουλειά του την κάνει!

