Φταίει η άνοιξη και τα τραγούδια που ακούω –θα καταλάβεις σε λίγο ποια είναι αυτά. Αλλά τα ‘χω πάρει με τους ανθρώπους –ανώνυμα.
Όταν με ρωτάς λοιπόν αγαπητέ μίζερε, αν είμαι καλά, απαντάω «είναι άνοιξη». Κι αν με ρωτήσεις σε 3 μήνες θα σου πω «είναι καλοκαίρι». Κι αν με ρωτήσεις σε 6 θα πω «είναι φθινόπωρο». Και σε 9 θα πω «είναι χειμώνας». Όχι δε μ’ αρέσουν τόσο πολύ όλες οι εποχές. Απλώς έχουμε μια βασική διαφορά, δηλαδή εγώ έχω μια βασική διαφορά με τους μίζερους όλου του κόσμου. Δε φτιάχνω λόγους για να είμαι θλιμμένη.
Εσύ βλέπεις το συννεφιασμένο ουρανό –που εγώ θα τον έλεγα «διαμαντένιο ουρανό»instead—κι αρχίζεις εκ των προτέρων να τσατίζεσαι που ίσως και να πρόκειται να βρέξει. Είμαστε με τα καλά μας; Ωραία, δηλαδή κι αν βρέξει τι θα γίνει, από χαρτί είσαι φτιαγμένος; Από’δω και πέρα λοιπόν σε λέω χάρτινο άνθρωπο.
Κι όλα αυτά στα έχω πει –πες ό,τι θες μόνο μην πεις πως δε σου το ‘πα!—και μια που το ανέφερα μάλλον έχεις παρερμηνεύσει και κάποιους στίχους, χάρτινε άνθρωπε(μπορεί και εγώ να τους έχω παρερμηνεύσει υπέρ μου, αλλά ακόμα κι ο τρόπος που αλλάζεις τα δεδομένα κάτι σημαίνει). Σ’αυτό λοιπόν το τραγουδάκι λέει «δεν είναι η φρίκη, είναι η ζωή που σου ανήκει». Μετά το «δεν είναι η φρίκη» εσύ προφανώς βάζεις ερωτηματικό για να μπορείς μετά να συζητάς με τον καθρέφτη σου πόσο χάλια είναι η ρημάδα η ζωή. Εγώ βάζω θαυμαστικόàδεν είναι η φρίκη!
και θα ξαναματαβάλωαυτή την εικονίτσα :
Κι αν τέλος πάντως δε σε πείθει το χαμογελαστό παιδάκι με τα χρώματα του ουράνιου τόξου δίπλα που σε προτρέπει να χαίρεσαι αυτά που έχεις κι ας είν’ και λίγα, πάρε την μίζερη νεράιδα που σου ταιριάζει μπας και νιώσεις συμπόνια προς την ομοιοπαθή –την πάσχουσα από μιζέρια δηλαδή:
ΟΚ????
Και νομίζω επίσης, για να συνεχίσω με τα τραγουδάκια τα ανοιξιάτικα-ξύλινα-ευχάριστα πως μια άλλη βασική διαφορά μας είναι αυτή: εμένα κανείς δε μου είχε πει πως «θάρθει κάποια μέρα που ό,τι αντικρίζω θα το ερωτεύομαι» κι όμως το κάνω, γιατί είναι ευχάριστο! Εσένα πάλι παίζει και να στο είπε κάποιος αλλά αντί να τον ακούσεις παθαίνεις αυτό «μπρος στα μάτια σου περνάνε, φωσφορίζουνε και πάνε»..
Και μετά ζηλεύεις. Όχι εμένα αλλά αυτά που μου «τυχαίνουν». Εγώ που δεν είμαι μοιρολάτρισσα θα πω «αυτά που μου συμβαίνουν». Ε, κοίτα δεν είναι και τυχαία. Κάτι τα προκαλεί. Κάποιος τα προκαλεί. Εγώ τα προκαλώ. Κι εσύ μπορείς να προκαλέσεις τη δικιά σου ευτυχία. Αλλά δεν το κάνεις. Γιατί; Τώρα παίζουν 2 σενάρια –ας μιλήσω με τη δικιά σου ορολογία, αγαπητέ χάρτινε σεναριογράφε της ζωής των άλλων—το πρώτο είναι πως τη βρίσκεις με τη μαμουχαλιά σου και σ’ αρέσει και να σε λυπούνται. Το δεύτερο είναι πως δεν έχεις τη δύναμη να το κάνεις. Αυτό καθόλου δεν το κατακρίνω, πολλές φορές είμαστε αδύναμοι. εδώ είμαι , κι εδώ θα’μαι και «θα’μια πάντα εγώ μεσ’στο όπλο σου σφαίρα», κι ας είναι και σφεντόνα, αρκεί να έχεις ένα όπλο.
πάρε με στη χώρα που χορεύουν όλοι, όλη μέρα..
σβήνω απ’την άμμο όλα τα χνάρια απόψε που σε κυνηγάνε
ξέρεις δε φταίνε τα λιοντάρια, αν μείνουν νηστικά πεινάνε
θα το ξαναπω:
πες ό,τι θες μόνο μην πεις πως δε σου το’πα. Αφού σου το ‘πα
“Δε γεννήθηκα για να μισώ, αλλά για να αγαπώ.” -Αντιγόνη, στίχος 523, να αναλυθεί.
Μια αντίθεση. Όλος ο κόσμος είναι μια μεγάλη αντίθεση ή ένα σύνολο από επιμέρους αντιθέσεις. Όλοι μας κρύβουμε μέσα μας μια αντίφαση. Το καλό και το κακό κομμάτι του εαυτού μας. Κι όταν κάνουμε κάτι για το οποίο ντρεπόμαστε ή μετανιώνουμε λέμε «συγγνώμη, ήμουν εκτός εαυτού». Όχι, καθόλου εκτός εαυτού δεν είμαστε, είμαστε πιο εντός εαυτού από ποτέ. Είμαστε ο εαυτός μας στην πιο έντονη έκφρασή του. Από πότε το να εκφράζεις τον εαυτό σου είναι αφορμή για απολογίες;
Ένα σωρό λέξεις έχουμε πλάσει για να δείχνουμε πόσο αντιφατικά νιώθουμε. Αγαπομισώ, γλυκόπικρο, γλυκόξινο, χαρμολύπη, κλαυσίγελος. Νομίζω πως είναι περισσότερο σχέσεις εξάρτησης παρά αντίθεσης. Αν υπάρχει κάτι που το αγαπάς χωρίς να υπάρχουν στιγμές που το μισείς και θέλεις να το καταστρέψεις, τότε μάλλον δεν το αγαπάς πραγματικά. Και πώς θα καταλαβαίναμε τη γλύκα του γλυκού αν δεν είχαμε γευτεί την πίκρα του πικρού; Και πως θα ξέραμε αν είμαστε αρκετά δυστυχισμένοι ώστε να κλαίμε αν δεν είχαμε ποτέ την εμπειρία μια ευτυχισμένης κατάστασης;
Ακόμα και η τέχνη που φτιάχνουμε είναι γεμάτη αντιθέσεις, δε θα υπήρχε τέχνη αν δεν υπήρχαν αντιθέσεις. Τα κομμάτια με την σκληρότερη μουσική κρύβουν μέσα τους πάντα μια μπαλάντα. Και οι μπαλάντες έναν κυνισμό –γιατί όλοι αφιερώνουν μπαλάντες ο ένας στον άλλον; Γιατί μόνο οι μπαλάντες λένε ακριβώς αυτό που θα ευχόσουν να σου αφιερώσουν. Και υπάρχει κάτι πιο απάνθρωπο απ’ το να σου χαρίζουν λόγια μόνο και μόνο επειδή θέλεις να τα ακούσεις;
Αν κάποιος πει πως ο κόσμος θα ήταν καλύτερος αν έλειπαν οι αντιθέσεις και επικρατούσε ομοιομορφία, θα λέει ψέματα. Τίποτα δε θα μπορούσαμε να αγαπήσουμε αν δεν είχαμε κίνητρο να το κάνουμε. Και το μόνο κίνητρο για την αγάπη είναι το μίσος που προηγήθηκε.
Υπάρχει τίποτα ομορφότερο απ’ το να θέλεις κάποιον χωρίς να τον χρειάζεσαι; Να τον θέλεις επειδή δεν τον χρειάζεσαι; Να μην είναι η φιάλη του οξυγόνου που σε κρατάει στη ζωή. Να είναι το βάζο με τα λουλούδια στο παράθυρο που στολίζει τον κόσμο που χαζεύεις μια μέρα που δεν είναι καν βροχερή. Να είναι απλώς κάτι που κάνει τα ωραία ωραιότερα.
Οι μόνες στιγμές που νιώθω πραγματικά όμορφη είναι εκείνες που κάνω τσαχπινιές μπροστά στον καθρέφτη και σου λέω γελώντας «Μ’ΑΡΕΣΩ!!!» κι εσύ απαντάς «κι εμάς μας αρέσεις».
Έχει καιρό που με κάλεσε το Κιαρόνι στο παίγνιον τούτο, αλλά τώρα μου 'ρθε να το γράψω! --αυτό έχει να κάνει με το κακό της μοίρας μου #2--
1) Είμαι σε γενικές γραμμές ευχαριστημένη με τον εαυτό μου και τα πάμε πολύ καλά μεταξύ μας και τον αγαπώ, πράγμα που δε θα ήταν κακό της μοίρας μου αν δε με δυσκόλευε τόσο να βρω τα υπόλοιπα 6
2) Είμαι πολύ χύμα άτομο, δηλαδή κάνω ό,τι μου κατέβει την ώρα ακριβώς που θα μου κατέβε. Αυτό επίσης συνεπάγεται πως είμαι της τελευταίας στιγμής γιατί ένα πράγμα που πρέπει να κάνω μπορεί απλώς εκείνη την ώρα να μην μου'ρχεται να το κάνω. Ξέρεις "μην κάνεις σήμερα ό,τι μπορείς να αφήσεις για αύριο". Αν και έχω παρατηρήσει πως αυτό το διορθώνω αργά και σταθερά.
3) Είμαι κυκλοθυμική. Πολύ. ΠΟΛΥ λέμεεεεε. Δηλαδή μπορεί τη μια στιγμή να λέω "ουάου είναι άνοιξη, τα λουλούδια ανθίζουν τα πουλάκια κελαήδανε" και την αμέσως επόμενη "ωχ, τι σκατόκαιρός, είναι αυτός, ΑΣ ΒΡΕΞΕΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!!".
4) Είμαι ασυμμάζευτη. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το κυριολεκτικά έχει να κάνει με το δωμάτιό μου και την καλύτερή του φίλη, τη σκόνη (ξέρω, είναι απελπιστικό, αλλά δε γουστάρω καθόλου τα "οικιακά". Όταν είναι μεγάλη ανάγκη* πάντως κάνω την καρδιά μου πέτρα και καθαρίζω.* μεγάλη ανάγκη= η μαμά έχει νεύρα, η γιαγιά ήρθε και θα πετάει σπόντες, έχω τα νεύρα μου και πρέπει να τα εκτονώσω χωρίς να σπάσω κάτι). Μεταφορικά εννοώ πως δεν έχω όρια. Κι αν έχω είναι πολύυυυ χαλαρά. Μάλλον αυτό το συμπέρασμα βγαίνει κι απ το 2.
5) Είμαι κάπως κυνική και απότομη μερικές φορές -- όχι όλες τις φορές, μη με περάσετε για κανα αντικοινωνικό αχώνευτο πλάσμα. Συνήθως το κάνω από οικειότητα αλλά αυτό δε σημαίνει πως ο άλλος δεν παρεξηγείται..
6) Τρώω πολλά γλυκά!!!! Μα πάρα πολλά!!! Το ότι το βάρος μου είναι σε φυσιολογικά επίπεδα (νομίζω/ελπίζω/μου λένε -για να με καθησυχάσουν???) είναι θαύμα της φύσης.Ειδικά σοκολάτες. Τρέφομαι με μίλκα (με αμαρέτο,με καραμέλα,με φράουλα,σκέτη κλπ κλπ)
7) Είμαι κάπως επιπολαίη(όσον αφορά τα μαθηματικά τουλάχιστον όπου κάνω τα πιο απίθανα λάθη που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος και μετά τα παίρνω με τον εαυτό μου. Να δώσω παράδειγμα για να καταλάβεις. Να βρεθεί η δυναμική ενέργεια. Πολύ ωραία λέω, m*g*h. h=0 άρα πόσο είναι η δυναμική ενέργεια ?? : m*g ..ξέρω..πυροβολίστε με τώρα)
Δεν ξέρω από πότε ακριβώς αλλά αυτό το τραγουδάκι δε λέει να βγει απ'το μυαλό μου κι απ' τη λίστα του Windows media player μου..
Τα κορμιά
Πάλι το ξενυχτήσαμε μα δε το εξηγήσαμε μαζί γιατί δε πρέπει Τσιγάρο μόνο ανάψαμε και στο καπνό του κλάψαμε το χρόνο που μας βλέπει Έξω η ζωή αδιάφορη αγάπη μου παράφορη και ποιός θα μας ξεμπλέξει
Δεν ξεκολλάνε τα κορμιά τώρα που ήρθε η ώρα σε δύο σπίτια χωριστά πώς να γυρίσεις τώρα
Πάλι το συζητήσαμε πως το καθυστερήσαμε κι ο έρωτας μας χάνει Φωτογραφίες σκίσαμε βαριά τη μοίρα βρίσαμε πως όλα αυτή τα κάνει Το σπίτι ξενοικιάσαμε τα πράγματα μοιράσαμε τίποτα πια δε μένει
του βιβλίου "ο πύργος" του Κάφκα, στην οποία δεν έχω φτάσει ακόμα επειδή ξεκίνησα να το διαβάζω πριν λίιιιιγο καιρό, λέει:
-6η μέχρι 8η περίοδος , ε?-
Γι αυτό δεν ήξερε αν είχε αντιταχθεί ή αν είχε υποκύψει. Η κακή ψυχή της ενεργούσε με τυφλό τρόπο, όπως ο αέρας* έκανε κάτι με την παρόρμηση περίεργων και άγνωστων εντολών που κανείς δεν μπορούσε να μαντέψει.
Είχε κάνει μερικά βήματα στο δρόμο κι είδε τα φώτα παραπέρα να κινούνται στο σκοτάδι.
* δεν βρίσκω την άνω τελεία γι αυτό και το αστεράκι. Δεν τελειώνει περίοδος στην άνω τελεία, ε???
Επειδή την πρόσκληση την έκανε ο ονειροφερμένος κι η Κιάρα έχει ήδη συμμετάσχει μου μένει μόνο ένα άτομο για να πετάξω το μπαλάκι...
Μ’αρέσει όταν είμαι εκεί ή όταν είσαι εσύ εδώ. Και γενικά μ’αρέσει όταν βουλιάζουμε μαζί στον ίδιο βυθό. Κάποτε τυχαία, κάποτε προσχεδιασμένα. Κάποιες φορές έτσι, κάποιες αλλιώς (και ξέρεις ποιο είναι το έτσι και ποιο το αλλιώς κι αυτό είναι το πιο μαγευτικό. Αν και δεν έχω καταλάβει ακόμα αν απλώς το ξέρεις ή αν είσαι εσύ ο ίδιος που το ορίζεις..)
Ξέρεις περνάει πολύ συχνά απ’ το μυαλό μου αυτό που συμφωνήσαμε. Αυτά που συμφωνήσαμε και που είναι τόσο αντιφατικά μεταξύ τους. Και τώρα δε με πολυνοιάζει . Αλλά όταν κοιτάζω πρώτα έξω απ’το παράθυρο και μετά μέσα στην ψυχή προσπαθώ να τοποθετήσω το μέσα μου εκεί έξω. Νομίζω –ή μάλλον είμαι σίγουρη– πως όσο θα μεγαλώνω και θα με μαθαίνω θα προσπαθώ να σπάσω την πρώτη συμφωνία για να ισχύσει όσο το δυνατό γρηγορότερα η δεύτερη.
Αυτό έλεγα στην Μ. πριν λίγο. Ότι πιάνω τον εαυτό μου να ονειρεύεται αυτό που έχουμε ορίσει σαν έσχατη λύση. Αλλά για μένα είναι η καλύτερη δυνατή λύση. Η ευτυχέστερη δυνατή κατάληξη. Η πιο όμορφη ανατροπή που θα μπορούσε να έχει η ταινία της ζωής μου.
Η ταινία αυτή που μοιάζει άλλοτε με θρίλερ ή με περιπέτεια. Μετά θυμίζω τη Juno και ξαφνικά γίνομαι η Amélie που χρειάζεται τον συμπρωταγωνιστή της. Η δικιά σου Amélie. Αλλά θα με ήθελες άραγε σαν την Amélie ή θα προτιμούσες κάτι λιγότερο αθώο; Α, μπα δε νομίζω έτσι κι αλλιώς εσύ έπλασες ένα κομμάτι του εαυτού μου. Για την ακρίβεια σου χρωστάω το πιο φρεσκοφτιαγμένο μου κομμάτι.
Ξέρεις από εκείνη τη μέρα ακούω συχνά αυτό το τραγούδι. Και τώρα το ακούω. Με συγκίνησες εκείνη τη μέρα. Κάποτε όταν το άκουγα έκλαιγα πάνω σου κι εσύ μου ‘δειξες πως το θυμόσουν. Και μπορεί αυτή η εικόνα να μην έχει φαινομενικά ίχνος ευτυχίας αλλά για μένα είναι απ’ τις ομορφότερες στιγμές που μπορώ να ανακαλέσω εκείνες στον ώμο σου. Κι ας μην είναι ακριβώς χαρούμενες είναι όμως γλυκές, τρυφερές (πόσο συχνά γίνεσαι τάχα τόσο τρυφερός; Ίσως γι αυτό αγαπώ τόσο αυτές τις στιγμές που είναι σαν νεκρά πλάνα στο μυαλό μου. Γιατί είναι σπάνιες.) Τις νοσταλγώ. Και είναι ο μόνος λόγος, αυτές οι στιγμές, για τον οποίο εκείνη η βουτιά στο κενό αρχίζει να μου λείπει. Γιατί σε χρειαζόμουν κι ήσουν εκεί. Δεν έχει σημασία που δε σ’έχω πια ανάγκη αλλά εγώ σε θέλω γι αυτό μείνε, μείνε σου λέω. Μείνε για πάντα εδώ κι εγώ θα γελάω, μη νοιάζεσαι θα είμαι καλά, είμαι καλά. Μπορεί καμιά φορά να βάζω αυτό το τραγούδι σε μια προσπάθεια να ξαναβρεθώ στα χέρια σου με υγρά μάτια , αλλά μη μασάς! Εσύ θα λες «έλα εδώ βρε χαζούλα μου» , όταν θα βλέπεις τα μάτια μου να γυαλίζουν.
Είμαι ακόμα η χαζούλα σου. Χαζούλα γιατί είμαι μικρή και δεν ξέρω ούτε εμένα ούτε και τον κόσμο. Και δικιά σου γιατί εσύ ξέρεις κι εμένα και τον κόσμο μου. Και τυχαίνει εγώ να είμαι εσύ και ο κόσμος μου δικός σου.
Αν τελικά φύγεις…θα με πάρεις μαζί σου; Πάρε με μαζί σου…
Αυτό το τραγούδι θα μπορούσε να είναι το soundtrack μιας ολόκληρης χρονιάς.
Φόβος, ένας συνεχής φόβος για οτιδήποτε που έμοιαζε οικείο και αποδεικνυόταν πιο ξένο κι απ’τα ξένα. Κι ήταν οικείο και ήταν και ξένο συγχρόνως. Ένας κακός συγχρονισμός, κι όταν λέω κακόςτο εννοώ. Με hardcoreκαταστάσεις –σαν τον εφιάλτη που είδα χθες βράδυ-δυο μάτια γεμάτα δάκρυα και φόβο και άλλα δύο γεμάτα αδιαφορία. Και χαμόγελα, αλλά κακά χαμόγελα. Τέτοια βεβιασμέναχαμόγελα που προσπαθούσαν να σε φτιάξουν αλλά όχι για να είσαι εσύ καλά. Ο λόγος ήταν άλλος. Ο λόγος ήταν πως έπρεπε να είσαι καλά γιατί αν δεν ήσουν εκείνα τα δύο άλλα μάτια –τα μαύρα μάτια, τα μεγάλα και κακά μάτια- θα ήταν τα πρώτα που θα κατηγορούνταν.
Και να πιστεύεις τα βεβιασμένα χαμόγελα. Και να τα βλέπεις φιλικά, και τα μάτια σου να θολώνουν πάλι και τα άλλα μάτια να είναι πάντα φωτεινά αλλά λουσμένα με το σκοτεινότερο φως που είδες ποτέ σου.
Κι όταν ξεσκεπάσεις την απάτη του ψεύτικου χαμόγελου και φανούν τα κοφτερά του δόντια είναι πια πολύ αργά. Αλλά θα μπορούσε να είναι και αργότερα. Θα μπορούσε να είναι τώρα. Τώρα θα μπορούσες να είσαι ακόμα σ’αυτή τη νοσηρή κατάσταση που το μόνο συναίσθημα που σου προκαλούσε ήταν απέχθεια για τον εαυτό σου. Και σε έβαζε σε μία συνεχή κατάσταση αλλαγής κι εσύ άλλαζες για να γίνεις καλύτερη –με τον ορισμό που τα κακά μάτια δίνουν στο καλό- και να πονάς. Να πονάς γιατί νόμιζες πως έχεις βγει απ’αυτή τη διαδικασία του συνεχώς μεταβαλλόμενου περιβάλλοντος. Αλλά τι λέω, δεν άλλαξε το περιβάλλον. Το μέσα σου άλλαξε. Και άλλαξε ξανά και ξανά για να σε πονέσει όσο μπορούσε περισσότερο και μετά να ξανά αλλάξεις και να γίνεις πάλι εσύ. Και να κοιτάς τον εαυτό σου και να αναρωτιέσαι αν είσαι αυτή που είσαι τώρα ή αυτή που ήσουν πριν. Αν παράτησες όλα όσα ήσουν για όλα όσα μπορούσες να γίνεις ή αν παράτησες όλα όσα μπορούσες να γίνεις για να μείνεις αυτή που σου είχαν επιβάλλει.
Και πέρασε καιρός κι εσύ είσαι πάλι εσύ κι έχεις ανθρώπους που αγαπάς και το ξέρουν και σ’αγαπάν και το ξέρεις και τα μάτια τους και τα χαμόγελά τους είναι αληθινά τόσο αληθινά που σε κομπλάρουν και νιώθεις πως δεν το αξίζεις γιατί είχες συνηθίσει τη νοσηρή ζωή κι όλη αυτή η γνησιότητα νομίζεις πως δε σου αξίζει. Αλλά δεν είναι τι αξίζεις είναι τι παλεύεις για να κερδίσεις. Και τελικά καταλαβαίνεις τι άλλαξε. Άρχισες να παλεύεις για τα θέλω σου και να μην σε παίρνει από κάτω όταν δεν τα κερδίζεις γιατί θα ‘χεις προσπαθήσει.
Και δε φοβάσαι πια, και μπορείς και γελάς και είσαι συνέχεια χαμογελαστή και όσοι σε γνωρίζουν τώρα νομίζουν πως είσαι ο πιο χαρούμενος άνθρωπος που έχουν γνωρίσει και πως αγαπάει όλα όσα κάνει και πως δεν είχες ποτέ κανένα πρόβλημα. Και δε θυμάσαι πια αν το γέλιο σου είναι η μάσκα ή η πραγματικότητα.Αλλά ότι και να’ναι δε σε νοιάζει γιατί είσαι επιτέλους καλά.
Κι έχεις ξεχάσειεκείνα τα κακά μάτια κι ο μόνος λόγος που τα ξυπνάς απ’το πεθαμένο παρελθόν στο οποίο πρωταγωνιστούσαν είναι για να δείξεις στους άλλους πως πρέπει να μη γίνουν.
Και τα μάτια έρχονται ξανά σε ανύποπτο χρόνο για να σου θυμήσουν πως είναι ακόμα ζωντανά σε κάποια άλλη διάσταση, στο νεογέννητο παρόν κάποιου άλλου. Κι εσύ σκέφτεσαι πως θα βρήκαν μια άλλη ζωή να παρασιτήσουν , αλλά τι σε νοιάζει αφού αυτή δεν είναι η δική σου;
Κι είσαισαν να ‘χεις πάθει βραχυκύκλωμα. Αυτό δεν είναι το βραχυκύκλωμα; Να σου δίνουν παραπάνω από όσο αντέχεις και να κλατάρεις. Και βγάζειςτην καρδιά σου απ’την πρίζα και μένουν μόνο οι αντιστάτες . Κι έχεις σκληρύνει κι έχεις γίνει ωμή και κυνική όσο μπορείς για να μπορείς να επιβιώσεις και να ξεχωρίζεις τα κακά απ’τα καλά μάτια και πάλι δεν είσαι σίγουρη αν τα καταφέρνεις.
Και όταν έχεις μαζέψει αρκετή ενέργεια για να μπορείς να λειτουργήσεις χωρίς να σε τροφοδοτεί μια γεννήτρια κακιάσηκώνεσαι πάλι. Και τώρα είσαι πραγματικά εσύ , αλλά μ’ ένα εγώ που δεν έχεις ξανασυναντήσει και σ’ αρέσει περισσότερο από όλα τα μέχρι τώρα εγώ σου. Και κανείς δεν μπορεί να σου αρνηθεί τον εαυτό σου ,ούτε να στον αλλάξει γιατί…. Δεν υπάρχει γιατί απλώς έτσι είναι.
Και γουστάρεις και ζεις και δεν υπάρχουν πια τα μάτια, τα τύφλωσες με τη δύναμη της θέλησής σου γιατί όλα μες στο μυαλό είναι τελικά και στο χέρι σου ήταν τόσο καιρό να τα διώξεις μα δεν ήθελες. Και μπορεί να μην κάνεις ακόμα όλα όσα αγαπάς να κάνεις αλλά σίγουρα έχεις μάθει να αγαπάς όσα κάνεις. Και είναι και η χαρούμενη εικόνα που είδες πριν λίγο και την έκανες κτίμα σου :
Και έζησες εσύ καλά και οι άλλοι είναι μόνοι αυτοί που υπάρχουν στη δική σου πραγματικότητα και που εσύ τους διάλεξες οπότε καλά κι αυτοί.
Και δε σ’ εκφράζει πια το τραγούδι μα το ακούς από συνήθεια, αλλά πάντως κακό δε σου κάνει. Και τώρα σιγοψιθυρίζεις συχνά πυκνά αυτό:
Και γελάς μόνη σου. Και το ακούς όταν περπατάς και γελάς. Και το σκέφτεσαι στο μάθημα και γελάς. Και γενικότερα γελάς.
Γεννιέσαι την έχεις μητέρα πηδάς στον αέρα
σκας στο πάτωμα εκείνη σε βάζει στην κούνια στα μάτια σαπούνια
και γαλάκτωμα
Σου δείχνει πώς κάνει η πάπια και μοιάζει με κάποια
που 'χες γκόμενα στο μέλλον με τ' άσπρα φωτάκια και με τ' αστεράκια
τα φλεγόμενα
Μετά που σε στέλνουν σχολείο στο δίπλα θρανίο
εκείνη κάθεται μικρή με τα ροζ κοκαλάκια και τα ποιηματάκια
που θα μάθετε
Για να σε προσέξει ρεψίματα κάνεις χτυπιέσαι στους δρόμους πλακώνεσαι της σπας με νεράντζια τα τζάμια κι από την ταράτσα πηδάς και σκοτώνεσαι
Σηκώνεσαι κι είσαι δεκάξι βαριέσαι στην τάξη,
γράφεις ποιήματα το στήθος της θέλει να σπάσει κυλιέται στα δάση
και στα κύματα
Ποιος στίχος σου θα τη χωρέσει που θέλει να αρέσει
στους ακέφαλους που δίνει φιλιά μες στα δόντια κι ανοίγει τα πόδια
σ' άγνωστους φαλλούς
Την ψάχνεις το σκας απ' το σπίτι σε σέρνει απ' τη μύτη
αυτό το βάλσαμο αυτή η μυρωδιά από γαζία αυτή η τυραννία
σε τραβά ενώ
Κανένας βοηθός δεν υπάρχει να πει τι έχεις πάθει
τι σε πόνεσε κι εκείνη δε λέει να κοιτάξει γκαζώνεις τ' αμάξι
χτυπάς και σκοτώνεσαι
Λοιπόν έχω βγάλει και δίσκο και πάλι δε βρίσκω
εκείνο που 'θελα πριν βγω στη σκηνή νιώθω χάλια αδειάζω μπουκάλια
με θολά νερά
Μα σαν το συγκρότημα βγαίνει μπροστά φωτισμένη
εκείνη κάθεται χωρίς στα μαλλιά κοκαλάκια χωρίς ποιηματάκια
που θα μάθετε
Περνάω την κιθάρα στο βύσμα με πιάνει ένα πείσμα
απογειώνομαι αρχίζω τον πρώτο μου στίχο τρυπάω τον τοίχο
Απ όλα τα λόγια που έχω ακούσει, πιο πολύ εκτιμώ αυτά που δεν άκουσα. Τα λόγια που προσπαθούν να πουν οι κινήσεις και τα βλέμματά σου. Ο τρόπος που κομπιάζεις κι όχι ο τρόπος που μιλάς. Αυτά που θέλεις να πεις κι όχι αυτά που λες..