πως όλοι φεύγουμε
κι ο καθένας πάει αλλού
κι είμαστε σαν μια ακτίνα φωτός*
ξεκινήσαμε όλοι απ το ίδιο σημειο
και μετά...
διασκεδασμός.
και διασκέδαση :)
Θα πήγαινα εκεί. Κ αναρωτιόμουν πώς θα την αγαπήσω αυτή την πόλη και πώς δε θα την βαρεθώ,αφού είναι μικρή,και πώς θα με χωράει και για πόσο καιρό. Και η Ε.μου είπε στο τηλ «θα την αγαπήσεις όταν θα χεις κάτι να σε κρατάει εκεί. Φίλους, ‘φίλους’»..
Μετά από κάποιες μέρες έβγαλα δικό μου θεώρημα: δεν την αγαπάς την πόλη,την οποιαδήποτε πόλη,αν δεν την περπατήσεις μόνη σου. Αν δε νιώσεις τραγικά μόνη σου εκεί.
Ήταν Κυριακή και περπάτησα μόνη μου. Κι ύστερα κάθισα σ ένα πεζούλι στην παραλία και κάπνιζα. Και περίμενα να περάσει κάποιος άνθρωπος που να ναι κι αυτός μόνος του και να θέλει να μου κάνει παρέα. Κατά πάσα πιθανότητα θα του λεγα όχι. Είχα όμως την ανάγκη να ανταλλάξω μια κουβέντα μ έναν άνθρωπο ακόμα κι αν ήταν να του πω «φύγε».
Και τελικά άνθρωπος δεν ήρθε,ήρθε όμως σκύλος. Με μύρισε,κάθισε στο πεζούλι στο ύψος του κεφαλιού μου και με κοίταζε. Κι είχα τρομερή όρεξη να κάνω παρέα στον σκύλο. Αλλά μετά ήρθε ένας φίλος του,σκύλος κι αυτός,κι εγώ τα σκυλιά το φοβάμαι όταν είναι πολλά μαζί κι έφυγα. Κι ένιωσα πολύ αγενής απέναντι στον σκύλο κι ήθελα να του ζητήσω συγγνώμη αλλά μετά έφυγε κι αυτός απ το πεζούλι,λες και δεν είχε νόημα να κάθεται εκεί χωρίς εμένα.
Και ύστερα γύρισα πίσω,εδώ, κι αναρωτιόμουν τι κάνω εγώ εδώ,εγώ εκεί ήθελα να μείνω.
Όταν με ξύπνησε το μονομοχάκι προχτες το πρωί με το τηλέφωνο για να μου πει «πάμε Βόλο?» πέρασαν απ το μυαλό μου δύο πράγματα με διαφορά δευτερολέπτων το ένα από το άλλο:
Το ένα) θα μείνω μόνη μου yeaaaaaah
Το άλλο) γαμώτο γαμώτο γαμώτο και τι θα γίνει μ’ αυτό(ν)?
Επικράτησε το ένα και χάρηκα που (τ)ο άλλο(ς) με πήρε τηλέφωνο σύντομα πάλι :-)
25 με 26/8 ήταν ένα δύσκολο 24ωρο. Κυρίως επειδή κράτησε περισσότερες από 24 ώρες.
Ένα μεγάλο μέρος αυτών των ωρών αφορούσε κλάμα που θα έφευγε η κοτούλα μου. Κλάμα στον καφέ,κλάμα στο αεροδρόμιο,κλάμα στο αυτοκίνητο. Και δεν με νοιαζε καθόλου αν έχει μουτζουρωθεί η μάσκαρα κι είπα στην Ιφι «τώρα πρέπει να δείχνω χάλια» κι εκείνη είπε «όχι,μια χαρά είσαι». Και ξέρω γιατί το είπε. Γιατί κι εγώ αν μ έβλεπα σε καθρέφτη μια χαρά θα με έβρισκα. Γιατί δε με νοιαζε. Και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη του ασανσέρ όταν έφτασα σπίτι και το μόνο που σκέφτηκα ήταν «ε και?».Είχαμε όλες κόκκινα μάτια.
Κι εγώ είχα κόκκινα μάτια λοιπόν. Αλλά εγώ είχα και 2 ώρες available για ύπνο. Μόνο 2 ώρες.
Κι ύστερα ταξιδάκι και μουσική στο αυτοκίνητο μέχρι να χαθεί το σήμα και το τηλέφωνο να χτυπάει συνέχεια.
Μ’αρέσει ο Βόλος. Είναι εύκολη κι ευχάριστη πόλη,είναι χαρούμενη πόλη. Έχει starbucks και news stand και γκούντυς και παραλία χωρίς σκυλόμαγαζα. Κι ευνοεί τα ποδήλατα. Καιρός να πάρω καινούριο.
Κι είναι όλα καινούρια. Η πόλη, το σπίτι, τα έπιπλα και η βόλτα στο κέντρο. Η βόλτα στο κέντρο είναι αλλιώτικη. Κι είναι αλλιώτικα να γράφεσαι στο βίντεο κλάμπ, να αναρωτιέσαι ποιο θα είναι το στέκι σου από εδώ και πέρα και αν θα βάλεις το κρεβάτι κάθετα ή παράλληλα στον τοίχο και τι μαγνητάκια θα κολλήσεις στο ψυγείο σ ο υ .
Κι είναι όλα καινούρια και πρωτότυπα και βρεφικά εύθραυστα. Όχι. Καθόλου εύθραυστα.
Όλα στέκονται στα πόδια τους.
Μετά το τελευταίο τριήμερο μου είναι αδύνατο να πιστεύω πια στις συμπτώσεις. Κάποια πράγματα δεν είναι συμπτώσεις* απλώς δεν είναι.
Τέσσερα διαφορετικά πρόσωπα κάνουν τέσσερες διαφορετικές κινήσεις σε τρεις διαφορετικές μέρες. Όλα ανεξάρτητα κι όλα αλληλένδετα χωρίς κανείς να γνωρίζει την κίνηση του άλλου.
Κάποιος αποφασίζει να κάνει αισθητή την παρουσία του.
Κάποια αποφασίζει να κάνει το ίδιο.
Κάποιος με κάποιον φίλο του αποφασίζει να πάει σε μία συναυλία συγκροτήματος που γουστάρουν και οι δύο.
Κάποια αποφασίζει να σκορπίσει άσκοπα τα λεφτά της για να πάει σε μια συναυλία συγκροτήματος που ξέρει μόνο ένα τραγούδι.
Σύμπτωση #1: η μυρωδιά στη σκάλα. Cut-
Σύμπτωση #2: το όνομα της τοποθεσίας στην πόρτα της τουαλέτας. Είναι αυτό που απλώς μας συνδέει όλους.
Σύμπτωση #3:δεν υπάρχει. Έχει ήδη γίνει το κακό συναπάντημα.
Και εκεί που είμαι σίγουρη πως όλοι ξέρουν για όλους και δεν είναι ανάγκη να κάνουμε άβολες συζητήσεις ξαφνικά κοίτα να δεις πως ο κάποιος#2 δεν ξέρει για τις χαμένες επαφές.Που η κάποια τελικά δεν έκανε αισθητή την παρουσία της. Που ο κάποιος#1 ρωτάει στεγνά για την κάποια του.
Και να γυρίζω στο σπίτι και να αναρωτιέμαι πού είναι ο κάποιος#3 σήμερα και γιατί δεν ήταν εκεί. Και το κουβάρι συνεχίζει να ξετυλίγεται.
Κάποια δέχεται μια κλήση με απόκρυψη. Κανείς δεν της μιλάει,της το κλείνουν. Ύστερα μήνυμα αγνώστου αποστολέα και «συγγνώμη που στο κλεισα απλώς δεν ήξερα αν κάνω καλά που παίρνω.να ξαναπάρω? Κάποιος#3». Και φυσικά και κάνει καλά και παίρνει. Και η κάποια σκέφτεται πως το κακό τρίτωσε και πως δεν έχει σημασία που έλειπε απ το κακό συναπάντημα της προηγούμενης νυχτας,η παρέα τα πρόλαβε όλα.
Κι όμως κοίτα να δεις που λες για το χτεσινό βράδυ και δεν καταλαβαίνει,δεν έχει ιδέα τι λες. Και η κάποια κάνει την εύλογη ερώτηση «τότε πώς και πήρες σήμερα?» και ο κάποιος#3 απαντάει ένα διστακτικό και τρισχαρούμενο «..σε είδα στον ύπνο μου..και ξενέρωσα που ξύπνησα».
Κάποια πράγματα δεν είναι απλώς συμπτώσεις. Κάποια πράγματα είναι meant to be. Και θα το πω και θα ξεστομίσω τη μεγαλύτερη αλήθεια που έχω πει ποτέ : this party hasn’t ended. Ακούς Ρ.?
this party hasn’t ended.
Γιατί αυτό το τηλεφώνημα ήταν ό,τι καλύτερο μου συνέβη όλο το καλοκαίρι.
Το χρώμα της μαρμελάδας μύρτιλο με εντυπωσίασε μόνο την πρώτη φορά. Υστερα ήταν πάντα χειρότερο απ' ό,τι το θυμόμουν. Κι εσείς νομίζετ...