Πέρασα από εκείνο το μαγαζάκι με τα ωραία πράγματα που πάντα θέλω να τα αγοράσω όλα αλλά δεν έχω λεφτά. Και ο άκρως ερωτεύσιμος άντρας μου κάνει πάντα έκπτωση (ε, καλά κάνει, έχω αγοράσει όλο το μαγαζί). Ρωτήσαμε αν είμαστε καλά και χαμογελάσαμε. Ύστερα ρώτησα τι ώρα κλείνει και απαίτησα χαριτωμένα να μη δώσει αλλού την τσάντα που ήθελα, μέχρι να γυρίσω.
Μετά από ένα τεστ, ένα δίωρο μάθημα και κάμποσο περπάτημα επέστρεφα στο μαγαζί κι ήμουν σίγουρη πως η τσάντα θα λείπει απ το ράφι της, εγώ θα πανικοβληθώ και ο ωραίος πλην γλυκός θα την έχει κρύψει για μένα.
Μπαίνω, η τσάντα λείπει απ το ράφι της, δεν πανικοβάλομαι, το ξέρω πως την έκρυψε πίσω απ την καρέκλα του, την βγάζει και γελάω σαν χαζούλι. Του δίνω τα λεφτά και μου λέει πως δίνω πολλά. Μου επιστρέφει το κέρμα. Μου διηγείται το πώς έσωσε την τσάντα απ τα χέρια μιας άλλης πελάτισσας και πώς την πήρε και την έκρυψε όταν αυτή γύρισε το κεφάλι της. Του λέω ότι είναι τέλειος και λέει πως τη φύλαξε γιατί φοβόταν τι είχε να πάθει αν ερχόμουν και δεν την έβρισκα. Κοιτάω απορημένη. Ε, ξέρω γω τι θα κανες αν δε στην κρατούσα... θα στεναχωριόμουν, απάντησα. Συνεχίζει να είναι άκρως γοητευτικός και κρύβει το μουτράκι μου στα χέρια του.
Δεν ξέρω γιατί κάθομαι κι αναλύω αυτή τη σκηνή. Μάλλον επειδή μου φτιαξε την –ήδη τραλαλά τραλαλό- μέρα και επειδή είναι , όπως είπα, άκρως γοητευτικός και γλυκός κι ωραίος κι ευγενικός και παιδάκι κι όλα τα κοσμητικά. Κι επειδή η καινούρια μου τσάντα είναι κουκλί!
Τώρα γράφω ξαπλωμένη στο κρεβάτι με το τετραδιάκι μου στα πόδια μου και κοιτάω την καινούρια μου τσάντα που είναι μπλε κι έχει πάνω ραμμένα αφράτα κυκλάκια κίτρινα, πράσινα, μπλε, τιρκουάζ και ροζ , βιολετί κυκλάκια, πορτοκαλί και κόκκινα και μωβ κυκλάκια και η κυρία Α μου είπε πως είναι πολύ έθνικ και συμφώνησε πως ο άντρας είναι πολύ ωραίος.


