Κάνω μπάνιο.
Βάζω μουσική.
Στρίβω τσιγάρο.
Κάθομαι με σβηστά φώτα, τυλιγμένη με μια πετσέτα και καπνίζω.
Κι είναι ίσως η στιγμή της μέρας που είμαι περισσότερο ο εαυτός μου.
Με μουσική, με ησυχία και με σκοτάδι.
Η εξεταστική τελείωσε. Πράγμα που σημαίνει πως μπορώ να κοιμάμαι και να ξυπνάω ό,τι ώρα θέλω και χωρίς τύψεις. Και "ό,τι ώρα θέλω, χωρίς τύψεις" σημαίνει κατά πάσα πιθανότητα μετά τις 3, γιατί η ώρα που συνήθως πέφτω για ύπνο είναι γύρω στις 2.
Λοιπόν καθώς ξημέρωνε η Πέμπτη, κι ενώ ακόμα είχε πηχτό σκοτάδι, η ώρα περνούσε γρήγορα. Ήταν ήδη 3μιση. Ύστερα η ώρα πέρασε ακόμα πιο γρήγορα. Ξάπλωσα στο κρεβάτι κι άνοιξα να δω τον καιρό για αύριο -για σήμερα δηλαδή, που ήταν ήδη η ίδια μέρα με τη στιγμή που ξάπλωσα...γουατέβερ. Κι είδα πως ξημερώνει στις 6:07 κι ένιωσα πως θα 'ναι πολύ κρίμα να κοιμηθώ μισή ώρα πριν ξημερώσει, ειδικά εφόσον δε νύσταζα καθόλου.
Αλλά δε μου αρκούσε να δω να ξημερώνει και να κοιμηθώ. Δε νύσταζα αφού.
Σηκώθηκα λοιπόν απ' το κρεβάτι, έπλυνα το πρόσωπό μου, ετοίμασα πρωινό.
Άνοιξα τα παντζούρια και παρατήρησα τα πάντα να αλλάζουν χρώμα.
Στην αρχή το μόνο που φαινόταν από τις απέναντι πολυκατοικίες ήταν το φως από τους καυστήρες στα μπαλκόνια. Ύστερα από λίγο, αυτό ήταν το μόνο που δε φαινόταν.
Κάθισα στο τραπέζι που είναι κάτω απ το παράθυρο. Εννοώ κυριολεκτικά πάνω στο τραπέζι, κι έτσι ήμουν στο ίδιο επίπεδο με το περβάζι (κάτι που αν έβλεπε η μαμά μου -ή και η κυρία απ το δίπλα μπαλκόνι- θα θεωρούσε τρομερά επικίνδυνο). Εκεί, κάτω απ' το παράθυρο και μακριά απ' τον υπολογιστή, ήπια λίγη από την αυτοσχέδια μόκα μου (δε μ' αρέσει πολύ ο φραπές, όμως θέλω λίγο καφέ το πρωί, κι έτσι πίνω ένα κρύο πράγμα που έχει μέσα νεσκαφέ,κακάο,ζάχαρη και παγάκια).
Ώσπου έγινε τελείως μέρα και σκέφτηκα πως όπου να 'ναι θα πάψει η ησυχία και κάτι πρέπει να κάνω για να νιώθω πως την έχω εκμεταλλευτεί πλήρως, πριν ο κόσμος αρχίσει να πηγαίνει στις δουλειές του. Έτσι αποφάσισα να κάνω γιόγκα, αλλά για πρώτη φορά χωρίς βίντεο. Έκανα απλά ό,τι ένιωθα πως θέλω να κάνω. Κι είχε ησυχία και ένα τόσο ξεκούραστο φως.
Ύστερα έβαλα δεύτερο πρόγραμμα, ήπια το υπόλοιπο πρωινό μου ρόφημα κάτω απ' το παράθυρο κι ένιωσα ευγνωμοσύνη για τη θερμοκρασία, το φως αλλά και για το σήμα της ερτ.
Έχω καιρό να σε δω δεν ξέρω ακόμη στ’ αλήθεια αν γιατρεύτηκα θέλω να ’ρθω να σε βρω χθές το βράδυ ξανά σ’ ονειρεύτηκα
ΥΓ νόμιζα πως το τραγούδι λέει "χτες το βράδυ ξανά σ' ερωτεύτηκα". θα προτιμούσα να λέει αυτό.
Σου 'χει τύχει ποτέ να είναι κάτι που περιμένεις να συμβεί, χωρίς όμως να το θέλεις, να θέλεις να καθυστερήσει όσο γίνεται περισσότερο και να νομίζεις πως ποτέ δε θα 'σαι έτοιμος να το αντιμετωπίσεις, πως απλά κάποια στιγμή θα αναγκαστείς και θα 'ναι τρομερά επίπονο, έως και αβάσταχτο;
Κάπως έτσι ένιωθα για την επικείμενη μετακόμιση.
Και τώρα πιστεύω πως θα 'ναι επίπονο.
Αλλά τώρα είμαι έτοιμη.
Γιατί όταν έβγαζα αυτή τη φωτογραφία στα 16 μου, ήξερα ήδη πόσο θα λάτρευα μεγαλώνοντας τη φυγή.
Οπότε ένα έχω να πω στο μέλλον και στη μοίρα και σε όλους γενικά:
Το πού διαλέγεις να καθίσεις σε ένα μέρος με κόσμο αντανακλά το πώς νιώθεις.
Έτσι κάθισα στο πιο μόνο του, στο πιο ακριανό τραπέζι του σταθμού των ΚΤΕΛ. Γύρισα και πλάτη στους λιγοστούς ανθρώπους που καθόντουσαν σε ακτίνα 10 μέτρων και άκουσα ραδιόφωνο.
Λίγο αργότερα γύρισα το βλέμμα μου κι εντόπισα μια κοπέλα με ακουστικά στο απέναντι τραπεζάκι. Το αμέσως επόμενο κατά σειρά μοναχικότητας. Σκούπιζε κ εκείνη κάτι δάκρυα.
ΥΓ το καλοκαίρι δεν ήταν ποτέ ή αγαπημένη μου εποχή, κι ας είχε μέσα του τόσο ήλιο κ τόσες θάλασσες κ σχεδόν καθόλου υποχρεώσεις. Δεν εμπιστεύομαι λοιπόν το καλοκαίρι. Εμπιστεύομαι εσένα όμως κ εμπιστεύομαι εμάς και ξέρω πως όλα θα πάνε καλά.
Τρίτη 30 Ιουνίου 2015
Κάθε φορά που διαφωνούμε σ' αγαπάω και λίγο παραπάνω.
Σήμερα ήρθε στο σπίτι για καφέ η σοφή μου φίλη.
Είχε πολλούς μήνες να συμβεί αυτό, γιατί δε μένει πια εδώ κι έτυχε να βρισκόμαστε περισσότερο στη δική της πόλη. Άρα πολύ χάρηκα που ήρθε για καφέ η σοφή μου φίλη :)
Πήγαμε στην κουζίνα, εκείνη έφτιαξε φραπέ κι εγώ κρύο κακάο με κανέλα (ναι, σ' όλα τα ροφήματα βάζω κανέλα). Τα βάλαμε σε ποτήρια με παγάκια κι ύστερα ανοίξαμε το ντουλάπι και πήραμε τα δύο τελευταία καλαμάκια απ τη συσκευασία.
Ηθικό δίδαγμα;
Αφού τα καλαμάκια είναι μονάδα μέτρησης του χρόνου κι αφού τα καλαμάκια άρχισαν με μένα να πίνω μόνη μου καφέ και τέλειωσαν με μένα και τη σοφή μου φίλη να πίνουμε καφέ και κακάο, άρα τα καλαμάκια δεν εξαρτώνται από κανέναν γκόμενο, εξαρτώνται από μένα κι από τους φίλους μου. Άρα ο χρόνος δε μετριέται με κανέναν γκόμενο, ο χρόνος μετριέται με μένα και με τους φίλους μου (και με κάποια βιβλία και κάποια σιντί).
Μπορεί να μη φαίνεται τώρα πόση σημασία στ' αλήθεια έχει αυτό που έγινε σήμερα, αλλά εγώ όταν αντίκρισα τη συσκευασία με τα δύο μόνο καλαμάκια, ένιωσα σα να φυγε μια πέτρα που με πλάκωνε.
ΥΓ νιώθω την ανάγκη να εξαιρέσω τους γκόμενους που είναι οι καλύτεροί σου φίλοι γιατί,ε, γιατί πρέπει να τους εξαιρέσω πώς να το κάνουμε; :Ρ
Σάββατο 20 Ιουνίου 2015
Όλες οι φωτογραφίες μας είναι θολές ή κουνημένες.
Και βρίσκω μια λυρικότητα σ' αυτό.
Το ξέρω ότι είναι της αρβανιτάκη το τραγούδι, αλλά το 'χω συνδυάσει με τη φωνή του και μου πάει περισσότερο να το λέει άντρας. Οπότε πάρτε το κόκκινο φουστάνι από νταλάρα.
Αλλά άλλο ήθελα να πω.
Ήθελα να πω για το κόκκινο φουστάνι μου, που το φόρεσα σήμερα πρώτη φορά για φέτος.
Και σηματοδοτεί το καλοκαίρι :)
Και το λατρεύω.
Κι όταν το φοράω, με λατρεύω.
ΥΓ: Πέρα απ' όλη την ρομαντζάδα της υπόθεσης, αυτή η εικόνα με ενοχλεί πολύ, όχι επειδή τα παιδιά κρατιούνται, καλά κάνουν. Αλλά είναι και τα δύο χέρια αριστερά. Δηλαδή, ρε φωτογράφε. Ρε φωτογράφε!
Χτες το πρωί έκανα πράγματα και είχε ζέστη κι ένιωσα μια εξάντληση χωρίς να 'χω κουραστεί στ' αλήθεια τόσο πολύ.
Βέβαια περπατάω πολύ κάθε μέρα, οπότε το "τόσο πολύ" είναι υποκειμενικό γιατί ποτέ δε θα κουραζόμουν με το καθημερινό μου περπάτημα, αλλά κάποιος άλλος ίσως και να κουραζόταν.
Γιατί κάθομαι και τα γράφω όλα αυτά, ούτε που ξέρω, αλλά τέλος πάντων, μ' αρέσει το περπάτημα, αυτό είναι το θέμα.
Αλλά χτες κουράστηκα γιατί είχε και ζέστη και σχεδόν σε καμία περίπτωση δε μ' αρέσει να ιδρώνω.
Γύρισα σπίτι που λες το μεσημέρι για μένα, απόγευμα για την Ε., γιατί εκεί στο Παρίσι όταν λένε μεσημέρι εννοούνε όντως το μεσημέρι. Κι εγώ το 4μμ δε θα το λεγα μεσημέρι αλλά ούτε απόγευμα θα το 'λεγα. Για κάτι τέτοιες ώρες χρειαζόμαστε λέξεις όπως afternoon. Θα μου πεις υπάρχει το απομεσήμερο αλλά το απομεσήμερο δεν είναι μια καθημερινή λέξη, είναι μια λέξη που περιμένεις να διαβάσεις περισσότερο απ' όσο να ακούσεις. Τέλος πάντων, η ώρα ήταν περίπου 4 μετά μεσημβρίας, η Ε. ήταν στη δουλειά κι εγώ ήμουν κουρασμένη κυρίως απ' τη ζέστη.
Και αφού τα είπαμε λίγο, της είπα -Σκέφτομαι μήπως κοιμηθώ;
-Ναι! Η απάντηση σ' αυτή την ερώτηση είναι πάντα ναι.
Κι έτσι κοιμήθηκα χτες το μεσημέρι κι αν το ξερε η μάνα μου θα αναρωτιόταν αν αρρώστησα γιατί κοιμάμαι πάρα πολύ σπάνια τα μεσημέρια. Κοιμήθηκα χτες όμως. Και σήμερα όταν ένιωσα μια κούραση το απομεσήμερο, ξάπλωσα και δεν κοιμήθηκα, ξάπλωσα όμως και τεντώθηκα κι ένιωσα καλύτερα.
Γιατί φυσικά κι έχει δίκιο η Ε.
Όταν θες να ξαπλώσεις και μπορείς να ξαπλώσεις, να ξαπλώνεις.
Μ'αρέσει πολύ εδώ.
Μ'αρέσει η ησυχία, μ'αρέσει η ένταση που έχει το φως τα βράδια, μ' αρέσει ο άερας όταν είναι δροσερός, μ' αρέσουν ένα σωρό πράγματα.
Κι όμως μάλλον δε θα με πειράξει πολύ να φύγω.
Δεν ξέρω, έχεις νιώσει ποτέ πως κουράστηκες να χαιρετάς κόσμο;
Πάω κάπου ένα χιλιόμετρο μακριά και σταματάω 5 φορές κάποιον να χαιρετίσω.
Κουράστηκα τόσο πολύ να χαμογελάω και να ρωτάω τι κάνουν άνθρωποι που δε με νοιάζουν καθόλου.
Θα έμενα εδώ μάλλον.
Αρκεί να φευγαν όλοι οι γνωστοί μου.