Δευτέρα 24 Αυγούστου 2009

once you know you can never go back

Με πειράζει που έχασα 13 μέρες απ τη ζωή μου για σένα. Για το τίποτα. Για να λέμε πως προσπαθούμε και να αδιαφορούμε. Για να λες πως ακούς τις συμβουλές των φίλων σου κι είσαι καλός άνθρωπος. Για να λέω πως όλοι αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία.

Και με πειράζει γιατί ο χρόνος δε γυρίζει πίσω,ναι είναι κλισέ αλλά είναι αλήθεια.Δε γυρίζει πίσω. Και δεν μπορώ να γυρίσω σε κείνο το τραπέζι και να μην απορρίψω αυτό που με έκανε χαρούμενη, εξαιτίας σου.

Επιλογή μου θα μου πεις και δίκιο έχεις. Και σκέφτομαι πως τελικά δεν είμαι τόσο δυνατός χαρακτήρας όσο νομίζουν οι άλλοι* γιατί αν ήμουν θα μπορούσα να μείνω σταθερή σε εκείνα τα 5 δευτερόλεπτα που ήμουν σίγουρη πως θα σου έλεγα "όχι,δεν θέλω". Αλλά δεν έμεινα σ'εκείνα. Δυστυχώς.

Και για σένα δε στεναχωριέμαι στο ελάχιστο,απλώς με θυμώνεις. Ή μάλλον ούτε αυτό.Εγώ με θυμώνω. Θυμώνω ξέρεις γιατί? Όχι για το χαμένο χρόνο,εξάλλου μικρή είμαι,έχω ακόμα την πολυτέλεια να είναι ο χρόνος με το μέρος μου. Θυμώνω γιατί έχασα αυτό(ν) που με έκανε να γράφω έτσι.

Για την ακρίβεια σπαράσσω που τον έχασα κι ας μην τον έχασα στα αλήθεια. Τον έχω, μου μιλάει και κοιμήθηκε δίπλα μου. Έκανε ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν. Κοιμήθηκε μαζί μου κυριολεκτικά. Κ έκανε αυτό που κάνω πάντα όταν ξαπλώνω με κάποιον: ζήτησε συγγνώμη όταν μου γύρισε την πλάτη. Κι έβαλε στο ραδιόφωνο το σταθμό που ήθελα να ακούσω εκείνη τη στιγμή, ένα δευτερόλεπτο πριν του το ζητήσω.

Κι όλα αυτά είναι πολύ ωραία. Αλλά δε με κοιτάει όπως με κοιτούσε πριν. Έπιασε το παράπονο στα μάτια μου και το παραδέχτηκε από μόνος του: προσπαθώ να μη σε κοιτάω. Κι εγώ προσπαθούσα να ξεκολλήσω το βλέμμα μου απ τα μάτια του τα βαθυπράσινα,αλλά δεν είναι το χρώμα που σε κεντρίζει είναι αυτό το ύφος που όταν πέφτει φευγαλέα πάνω σου νομίζεις πως υπάρχεις μόνο εσύ τριγύρω.

Καταλαβαίνεις τι έχασα? Δεν έχασα έναν άνθρωπο. Έχασα τον άνθρωπο που γνώρισα. Τώρα δε βγαίνω με τον ίδιο. Βγαίνω με τον εαυτό του που μου κρατάει κακία.

Και θέλω να κλάψω αλλά δεν κλαίω. Γιατί μου φτάνει να τον κοιτάζω κι ας αποφεύγει το βλέμμα μου.Γιατί γι αυτό το αποφεύγει: επειδή θέλει να με κοιτάζει. Ενώ εσύ..you gotta take it on the otherside.

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

το καλό συναπάντημα

Μετά το τελευταίο τριήμερο μου είναι αδύνατο να πιστεύω πια στις συμπτώσεις. Κάποια πράγματα δεν είναι συμπτώσεις* απλώς δεν είναι.

Τέσσερα διαφορετικά πρόσωπα κάνουν τέσσερες διαφορετικές κινήσεις σε τρεις διαφορετικές μέρες. Όλα ανεξάρτητα κι όλα αλληλένδετα χωρίς κανείς να γνωρίζει την κίνηση του άλλου.

Κάποιος αποφασίζει να κάνει αισθητή την παρουσία του.

Κάποια αποφασίζει να κάνει το ίδιο.

Κάποιος με κάποιον φίλο του αποφασίζει να πάει σε μία συναυλία συγκροτήματος που γουστάρουν και οι δύο.

Κάποια αποφασίζει να σκορπίσει άσκοπα τα λεφτά της για να πάει σε μια συναυλία συγκροτήματος που ξέρει μόνο ένα τραγούδι.

Σύμπτωση #1: η μυρωδιά στη σκάλα. Cut-

Σύμπτωση #2: το όνομα της τοποθεσίας στην πόρτα της τουαλέτας. Είναι αυτό που απλώς μας συνδέει όλους.

Σύμπτωση #3:δεν υπάρχει. Έχει ήδη γίνει το κακό συναπάντημα.

Και εκεί που είμαι σίγουρη πως όλοι ξέρουν για όλους και δεν είναι ανάγκη να κάνουμε άβολες συζητήσεις ξαφνικά κοίτα να δεις πως ο κάποιος#2 δεν ξέρει για τις χαμένες επαφές.Που η κάποια τελικά δεν έκανε αισθητή την παρουσία της. Που ο κάποιος#1 ρωτάει στεγνά για την κάποια του.

Και να γυρίζω στο σπίτι και να αναρωτιέμαι πού είναι ο κάποιος#3 σήμερα και γιατί δεν ήταν εκεί. Και το κουβάρι συνεχίζει να ξετυλίγεται.

Κάποια δέχεται μια κλήση με απόκρυψη. Κανείς δεν της μιλάει,της το κλείνουν. Ύστερα μήνυμα αγνώστου αποστολέα και «συγγνώμη που στο κλεισα απλώς δεν ήξερα αν κάνω καλά που παίρνω.να ξαναπάρω? Κάποιος#3». Και φυσικά και κάνει καλά και παίρνει. Και η κάποια σκέφτεται πως το κακό τρίτωσε και πως δεν έχει σημασία που έλειπε απ το κακό συναπάντημα της προηγούμενης νυχτας,η παρέα τα πρόλαβε όλα.

Κι όμως κοίτα να δεις που λες για το χτεσινό βράδυ και δεν καταλαβαίνει,δεν έχει ιδέα τι λες. Και η κάποια κάνει την εύλογη ερώτηση «τότε πώς και πήρες σήμερα?» και ο κάποιος#3 απαντάει ένα διστακτικό και τρισχαρούμενο «..σε είδα στον ύπνο μου..και ξενέρωσα που ξύπνησα».

Κάποια πράγματα δεν είναι απλώς συμπτώσεις. Κάποια πράγματα είναι meant to be. Και θα το πω και θα ξεστομίσω τη μεγαλύτερη αλήθεια που έχω πει ποτέ : this party hasn’t ended. Ακούς Ρ.?

this party hasn’t ended.

Γιατί αυτό το τηλεφώνημα ήταν ό,τι καλύτερο μου συνέβη όλο το καλοκαίρι.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009

pray to god I can think of a nice thing to say**

πέρασα τα στάδια denial-rage-depression-acceptance υπερβολικά γρήγορα,σχεδόν προσπερνώντας την άρνηση και ξοδεύοντας πολύ χρόνο στην οργή. κατάθλιψη για κανα μισάωρο και αποδοχή from now on :)

*πι ες: μαλχόλαντ ντράιβ και μαλακίες. Ατυχής παροιμοίωση. Δεν είσαι τέτοια ταινία. Είσαι η ταινία με τη Μέρυλ Στριπ που είδα χτες: the doubt. Που συνέχεια λέει και λέει και λέει και στο τέλος *αποφασίζει* κάτι και μετά σκέφτεται πως είχε αμφιβολίες. Τρέχα γύρευε δηλαδή. Αλλά εγώ δε θα τρέξω κι εσύ μη με γυρέψεις.

κατά τ άλλα summertime and the living is easy.Encore.

** but I don't think I can so fuck you anyway.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2009

άσε με,κράτα με,ξέχνα με,αγάπα με

Έχει κολλήσει στο μυαλό μου η λέξη που χρησιμοποιούσε εκείνη η παρέα. Ή μάλλον για να δικαιώσω τη Ρ.θα το θέσω αλλιώς : εκείνη η παρέα κι εκείνο το αρχίδι. Η λέξη τέλος πάντων ήταν funky.

Το στυλό μου είναι funky έτσι όπως το λιωσα με τον αναπτήρα και το στριφογύρισα. Στην ώρα της ιστορίας en coopération με την αγαπητή διπλανή μου φυσικά. Την Γ.με το πορτοφόλι ΠΑΟΚ και τις μωβ τούφες στα μαλλιά. Το στυλό λοιπό έγινε funky κι ο γραφικός μου χαρακτήρας έχει αλλάξει δραματικά. Ιδιαιτέρως τα έψιλον. Τα έψιλον είναι αγνώριστα.

Τα έψιλον πάντα θα είναι διαφορετικά,σκέφτομαι. Και σκέφτομαι «734, ξι και έψιλον» κι η άβολη στιγμή στο καράβι κι η βότκα να κατεβαίνει σαν αυτό που πραγματικά είναι,σαν νεράκι δηλαδή. Και μήνες μετά θυμόμαστε την άβολη στιγμή –και την άσωτη σιωπή- και κάνουμε αυτό που ξέρουμε καλύτερα: λυνόμαστε στα γέλια.

Χτες ήταν ένα Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης και θεέ μου πόσο συχνά αναφέρομαι σ’ αυτό το βιβλίο? Και εγώ και η Α.είχαμε επιδοθεί στην αναζήτηση ανοιχτού μπαρ διαθέσιμου για σφηνάκια. Τα διαδοχικά κατεβασμένα στόρια μας έβγαλαν στη Λεωφόρο Στρατού και το μόνο ανοιχτό μαγαζί ένα γραφείο τελετών.

«Τελετή» και παρατηρώ πως και τα ταυ μου έχουν υποστεί μόνιμη βλάβη και δε συζητώ τα λάμδα που δένονται κόμπος. Τα λάμδα είναι το πρόσχημα,σκέφτομαι,όλα δένονται κόμπος. Όχι όλα τα γράμματα,χαζό. Όλα.

Μη με κοροιδέψεις αλλά χτες το βράδυ –που με πήρε ο ύπνος στον καναπέ- έπεσα απ’τον καναπέ. Και θα στο πω ελπίζοντας να με κοροιδέψεις και να με πάρεις αγκαλιά χαιδεύοντας τους ώμους μου. Και μ ένα φιλί στο μέτωπο όλα κομπλέ.

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009

This life is more than ordinary

Τα δεδομένα αλλάζουν προς το καλύτερο (?) αλλά οι καφέδες που πίνω είναι ακόμη πολλοί στον αριθμό. Σήμερα παρατηρούσα τα χέρια μου που έτρεμαν κι έδωσα εντολή στον εγκέφαλό μου να τα σταματήσει αλλά τα ανήσυχα άκρα μου με αγνόησαν επιδεικτικά.

Ύστερα σκέφτηκα πως αυτές οι λεπτομέρειες δεν έχουν πια σημασία.
Δεν έχουν σημασία γιατί χτες το βράδυ μπορούσα να θυμάμαι εκείνον τον στίχο από το "έμεινα εδώ" εκείνον που λέει "κι εγώ δε μίλησα ξανά γιατί στα χέρια μου είχα εσένα".

Κι έκλεισα τα μάτια μου για να κοιμηθώ κι ήμουν σίγουρη πως στα χείλια μου είχε σχηματιστεί ένα χαμόγελο και πως εσύ θα το δεις και θα θυμηθείς εκείνο τον άλλον στίχο εκείνον που λέει "σωπαίνεις,θυμάσαι και μεθυσμένη μες στον ύπνο σου γελάς". Δεν είμαι σίγουρη αν το ξέρεις το τραγούδι όμως είμαι σίγουρη πως το ξέρεις γιατί εσύ ξέρεις απέξω όλα τα τραγούδια που μ'αρέσουν. Όπως ο ντι τζέυ απ το Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης.

Κι είμαι εκείνη η κοπέλα απ αυτό το βιβλίο,είμαι η εκστατικά ευτυχισμένη και ανήσυχη αλλά χωρίς το κατατρομαγμένη πια. Δεν είμαι κατατρομαγμένη κι ευχαριστώ που μ απάλλαξες απ αυτό το αβάσταχτο συναίσθημα.

Και χτες δεν μπορούσα να σταματήσω να χαμογελάω μόνη μου και μ αρέσει που κομπλάρεις όταν σε κοιτάω γιατί επιτέλους σε κοιτάω.

Τρίτη 28 Ιουλίου 2009

finally ok :)

Το έκανες τελικά. Είπες "ωραία φόρεμα" και πως σ'άρεσαν τα μαλλιά μου.

Να κάτι που δεν περίμενα. Είσαι ακόμα εδώ.

Ή μάλλον όχι ακόμα. Είσαι πάλι εδώ.

την καύτρα του τσιγάρου της κοιτάζει κι από μέσα της λέει..ΟΚ

Σε ρωτάω τι έχεις και σου λέω καλημέρα

Σ αγαπάω μην τρέχεις είσαι ακόμα εδώ πέρα


Και η Μποφίλιου σταθερή αξία του cd player μα πια δε με εκφράζει καθόλου. Δε θα σου πω ποτέ να μην τρέξεις,όπως και δε στο έχω πει ποτέ. Θα σου λέω φύγε, αν θες φύγε κι άσε με,έτσι κι αλλιώς όλο μου το καλοκαίρι χωρίς εσένα τα κατάφερνα μια χαρά.


Οπότε φύγε, εγώ πάντως κοιτιέμαι στον καθρέφτη και σκέφτομαι πως το πιστολάκι συνομωτεί εναντίον σου και πως έκανε τα μαλλιά μου ίσια σαν σπαγκέττι και θα με δεις και θα θες να μου πεις πως είμαι πανέμορφη,μα δε θα μπορείς,πέρασαν οι μέρες που μπορούσες να το κάνεις.


Έτσι κοιτιέμαι στον καθρέφτη και λέω ΟΚ και σκέφτομαι τα λόγια της Μ. πως το ΟΚ δεν είναι ένας χαρακτηρισμός μετριότητας που υστερεί μπροστά στο «πολυ καλά». Το ΟΚ είναι μια καλή αρχή.


Και χαίρομαι ,νιώθω ευγνωμοσύνη που αν με ρωτήσεις πώς είμαι θα μπορώ να σου πω «είμαι ΟΚ». Εσύ? Εσύ είσαι ΟΚ?


Τετάρτη 15 Ιουλίου 2009

summertime and the living is easy

Το βράδυ που ήπια σκέτο gin ακουγόταν μουσική απ αυτές που σου δίνουν την εντύπωση πως όλα συμβαίνουν πολύ γρήγορα.

Κι όλα συνέβησαν πολύ αργά.

Όλα γυρίζαν πολύ αργά από χέρι σε χέρι και από βλέμμα σε βλέμμα και σαν να ανταλλάζαμε όλοι μεταξύ μας κουβέντες χωρίς να λέμε τίποτα. Και κυρίως εκείνο το βλέμμα.

Και δεν εννοώ πως η ώρα περνούσε αργά. Η ώρα περνούσε εντυπωσιακά γρήγορα. Γιατί είναι εντυπωσιακό να πηγαίνεις σε ένα μέρος που δεν είναι δωμάτιο,δεν είναι σπίτι, δεν είναι μπαρ,είναι μόνο 3 χαλασμένες καρέκλες κάτω από 2 δέντρα και δίπλα από κάποιο ξένο τροχόσπιτο και να μένεις εκεί 7μιση ώρες. Είναι αν μη τι άλλο εντυπωσιακό.

Το βράδυ που ήπια σκέτο gin όλοι μου έλεγαν ότι είμαι καμένη και πως το gin δεν πίνεται σκέτο. Εγώ έλεγα πως το βρισκα νόστιμο,οι άλλοι ξίνιζαν τα μούτρα τους όταν δοκίμαζαν και με προκαλλούσαν να τους κοιτάω όταν πίνω για να σιγουρευτούν ότι εγώ δεν ξινίζω τα μούτρα μου. Και δεν τα ξίνιζα. Ύστερα κάποιος είπε «μόνο οι τοξότες κάνουν τέτοιες μαλακίες» αλλά η μισή παρέα ήταν τοξότες-μαζί κι εκείνο το βλέμμα- κι έτσι υπήρχε τοξοτική κι αλκοολική αλλυλεγγύη.

Αρκετές ώρες αφού τελείωσε το πλαστικό μου ποτήρι με το σκέτο gin έκανα μάλλον κάτι πολύ προβλέψιμο. Σήκώθηκα κι έφυγα. Κι εκείνο το βλέμμα με ρώτησε πού πάω κι εγώ δε μίλησα κι ύστερα είπε «ναι ξέρω,έτσι είμαστε εμείς οι τοξότες,φεύγουμε μπαμ και κάτω». Και δεν είχα αντίλογο γιατί έτσι είμαι πράγματι.

Κι είχε ήδη ξημερώσει και δε χρειαζόμουν φακό για να γυρίσω στη σκηνή μου,είχε βγει πια ο ήλιος κι ένιωθα παράξενα που ήμουν η τελευταία που γύριζε πίσω. Ήξερα πως θα πεφτε ανάκριση όταν ξυπνούσε η Ρ. κι αυτό με ευχαριστούσε. Είναι ωραία να χεις κάτι να πεις.

Ύστερα από μέρες φυσούσε πάλι.

Και σε θυμάμαι με τα κύματα. Θυμάμαι εκείνο το βλέμμα και δεν είναι μόνο το χρώμα,είναι που δεν έχω δει πιο επίμονο βλέμμα στη ζωή μου. Κι είναι απίστευτα σέξυ η αγριεμένη θάλασσα. Ή μάλλον όχι. Σέξυ είναι ο τρόπος που παρά τα τεράστια κύματα κολυμπούσες. Ο τρόπος που περπατούσες στην άμμο κι ο τρόπος που συνέχισες να με κοιτάς.

Oι διακοπές είναι τα πάντα όλα που λέει και η Ρ.

Summertime and the living is easy.

Μαρμελάδα

​Το χρώμα της μαρμελάδας μύρτιλο με εντυπωσίασε μόνο την πρώτη φορά.  Υστερα ήταν πάντα χειρότερο απ' ό,τι το θυμόμουν. Κι εσείς νομίζετ...